Τετάρτη 14 Φεβρουαρίου 2018

Ραδιοφωνικές αναμνήσεις

1. Θα ήμουνα γύρω στα δέκα. Άκουγα με πάθος το θέατρο στο ραδιόφωνο.
Γκρίνιαζε η μάνα μου γιατί ήθελε να κοιμηθώ νωρίς. Ερχόταν νευριασμένη στο δωμάτιό μου, έβλεπε ότι δε κοιμόμουν έβαζε τις φωνές, «Κλείστο αυτό το πράγμα, έχεις σχολείο αύριο!» Είχα το τρανζίστορ στο αυτί. Δεν είχα ακουστικά. Μια Κυριακή άκουγα ένα ωραίο έργο, της αρεσκείας μου, το τρένο του μυστηρίου, ακόμη το θυμάμαι.

   Το πρόβλημα με το θέατρο της Κυριακής ήταν ότι παρεμβάλλονταν ειδήσεις. Εκεί με τσάκωσε η μάνα μου ξύπνιο. «Μα τι κάνεις ειδήσεις ακούς!» «Το τρένο του μυστηρίου» απάντησα. «Μα τι λες τώρα το θέατρο τέλειωσε» «Δεν τέλειωσε» αντέδρασα. Τέλειωσε δεν τέλειωσε. Πέρασε το δικό της. Κι έτσι έχασα το δεύτερο μέρος του έργου.

   Την είχα ξεχάσει αυτήν την ιστορία αυτό το παιδικό τραύμα, όταν ψάχνοντας για ραδιοφωνικά θέατρα στο ίντερνετ έπεσα πάνω στο Τρένο του μυστηρίου. Μετά από μισό αιώνα το άκουσα ολόκληρο. Αν κι εδώ που τα λέμε η γοητεία ήταν διαφορετική. Αλλά όπως και να το κάνουμε μισός αιώνας είναι μισός αιώνας.

2. Μια άλλη ανάμνηση. Γύρω στα δέκα ας πούμε, δεν καλοθυμάμαι. Ένας συγγενής ναυτικός είχε φέρει ένα τρανζίστορ κι ένας άλλος συγγενής μας έδωσε κάτι τεράστιες μπαταρίες δεμένες με χοντρά λάστιχα. Μιλάμε για μεγάλες μπαταρίες σαν μπουκάλια μπίρας. Είχα το τρανζίστορ δίπλα στο μαξιλάρι μου και τις μπαταρίες. Ένα καλωδιάκι τα ένωνε αυτά τα δύο, λίγο να κουνιόμουνα δεν έχανε επαφή και σταματούσε η μετάδοση. Εύρισκα γρήγορα την επαφή και συνεχιζόταν η μετάδοση.

   Μέχρι εκεί καλά. Ήταν όμως και μια εκπομπή που την παρακολουθούσε με συνέπεια όλη η οικογένεια. Ήταν οι αστυνομικές ιστορίες του Νίκου Φώσκολου. Κάθε Πέμπτη νομίζω. Πώς και πώς περιμέναμε την Πέμπτη. Μια Πέμπτη λοιπόν λίγο πριν την εκπομπή, μου λέει ο πατέρας μου, "Άσε το τρανζίστορ στο τραπέζι, για να ακούσουμε τις αστυνομικές ιστορίες, γιατί το ράδιο δεν παίζει", εννοούσε το ράδιο το κανονικό με το ρεύμα και τις λυχνίες. "Δε χρειάζεται να το βάλετε στο τραπέζι, θα το έχω εδώ δίπλα μου κι απλώς δε θα κουνιέμαι". "Καλά, αλλά ακίνητος".

   Έπαιζε το σήμα όταν ξαφνικά σταμάτησε το τρανζίστορ. Και με κοιτούσα όλοι αγριεμένοι. "Δεν κουνήθηκα καθόλου", φώναξα. Κανείς δε με πίστεψε κι άρχισαν όλοι μαζί να φωνάζουν που έχαναν το έργο. Δεν κουνήθηκα καθόλου, έλεγα εγώ. Μου αρπάξαν το τρανζίστορ και προσπαθούσαν να ενώσουν τα συρματάκια. Τίποτα, το τρανζίστορ κλειστό. «Το χάλασες!» θρήνησε η μάνα μου.

   Ήμουν έτοιμος να βάλω τα κλάματα από την αδικία και διότι διόλου δεν είχα κουνηθεί, όταν ξαφνικά μίλησε το τρανζιστοράκι ή μάλλον ακούστηκε η φωνή ενός σοβαρού εκφωνητή, «Μας συγχωρείτε για την διακοπή, οφείλεται σε τεχνικούς λόγους…».

3. Στην παραπάνω διήγηση υπάρχει και μια παράλληλη ιστορία. Διότι πώς χάλασε το ραδιόφωνο, αφού μια χαρά δούλευε πριν μια ώρα. Ξαφνικά χάλασε και μεταδίδει παράσιτα! Δεν είχε χαλάσει. Ο φίλος μου ο Νίκος είχε γυρίσει το κουμπί στα βραχέα. Και θα με ρωτήσετε, δεν το κατάλαβαν οι μεγάλοι. Λοιπόν όχι. Γιατί το κουμπί, ή μάλλον ένας μικρός μοχλός είχε τρεις θέσεις, αλλά κάπου μάγκωνε κι έτσι είχε τέσσερις θέσεις. Οι μεγάλοι νόμιζαν ότι είχε μόνο δύο θέσεις. Το μετακινούσαν σ’ αυτές τις δύο θέσεις και το ράδιο φυσικά δεν έπαιζε. Το έφτιαξε ο Νίκος την άλλη μέρα.

4. Υπήρχε μια εκπομπή στο ραδιόφωνο που λεγόταν ραδιοφωνική βιβλιοθήκη. Κάποιος ηθοποιός διάβαζε αργά και καθαρά με την ωραία του φωνή ένα λογοτεχνικό έργο. Είχα παρακολουθήσει μερικά , θυμάμαι αξέχαστα το «Τα αδέρφια μου οι άνθρωποι» του Μαγκλή με το Φέρτη νομίζω. Δυστυχώς ήταν σε συνέχειες, και ποτέ δεν καυχήθηκα ότι ήμουν υπόδειγμα της συνέπειας στη συνέχεια.

5. Το Τρίτο πρόγραμμα το ανακάλυψα όταν ήμουν δέκα οκτώ. Ένας γνωστός είχε δύο δίσκους, τα δύο πρώτα κονσέρτα για πιάνο του Ραχμάνινοφ. Ήταν τα πρώτα κομμάτια κλασικής μουσικής που άκουγα συνειδητά, προσεκτικά. «Και πρέπει να είναι κανείς πάμπλουτος για να αγοράζει δίσκους κλασικής μουσικής;» παραπονέθηκα. «Μπορείς να ακούσεις κλασική μουσική και στο ράδιο». «Στο ράδιο;»,  «Ναι, στο Τρίτο πρόγραμμα». Έκτοτε έγινα ο καλοκαιρινός εφιάλτης των γειτόνων μας, μια μάντρα μάς χώριζε.

6. Τα πρωινά γέμιζαν οι δρόμοι από τους ήχους των πρωινών εκπομπών. "Πικρή μικρή μου αγάπη". Το πρώτο. Αλλά και τα άλλα, "Σπίτι των Ανέμων", "Μαρίνα, ένα κορίτσι αλλιώτικο από τα άλλα" και τα λοιπά. Ήταν απίστευτο τι ακροαματικότητα είχαν. Έμοιαζε κάπως με τελετουργικό, οι νοικοκυρές στην κουζίνα ακούγοντας τις εκπομπές αυτές κι οι φωνές των ηθοποιών να ταξιδεύουν το βίο της φτωχολογιάς στα τοπία μιας όμορφης, ελεύθερης και πλούσιας ζωής.

7.  Κι άλλη μια ανάμνηση. Δευτέρα Λυκείου. Δίναμε διαγωνισμούς. Μάιος μήνας. Εκείνη την Κυριακή είχε κάτι μονόπρακτα της Λούλας Αναγνωστάκη. Δυσνόητα έτσι κι αλλιώς πόσο μάλλον για μας εκείνη την εποχή. Τα άκουσα δεν κατάλαβα τίποτα.

  Την άλλη μέρα πάω σχολείο να δω τι γνώμη σχημάτισαν κι οι άλλοι. Ήμασταν αρκετοί που ακούγαμε μετά μανίας το θέατρο. Συνάντησα δύο, ήταν απόλυτοι κι οι δύο, Τρίχες μας πήρε ο ύπνος, εγώ δεν κατάλαβα τίποτα. Κι άμα δεν καταλαβαίνεις ένα έργο πάει να πει ότι δεν έχει μέσα του τίποτα για να καταλάβεις. Κι ο Παρασκευάς είπε, και δηλαδή ρε εσύ τον Μαθηματικό τον καταλαβαίνεις; Όχι!! Άρα λοιπόν τα μαθηματικά δεν έχουν τίποτα να καταλάβεις. Έτσι είναι και το θέατρο, αυτό το θέατρο.

  Μέχρι εκεί ήταν οι εξυπνάδες μας γιατί ανεβήκαμε μετά να γράψουμε διαγώνισμα στα μαθηματικά και δείξαμε τι ξουράφια μυαλά ήμασταν, έτσι σαν παράδειγμα, ο Παρασκευάς απάντησε με ένα ορθογώνιο τρίγωνο σε ερώτηση άλγεβρας. Και δεν το έκανε από διάθεση σουρεαλιστική. Είχε κάνει λάθος στην ανάγνωση του προβλήματος και νόμιζε ότι ήταν γεωμετρικό το ζήτημα.
Η "Παρέλαση" μας είχε απασχολήσει περισσότερο, τώρα το θυμήθηκα.

8. Κι ένα τελευταίο υπερβολικά εξομολογητικού τύπου. Χειμώνας, νύχτα με καταρρακτώδη βροχή. Δεκαετία του εξήντα. Μέσα του εξήντα. Κουκουλωμένος κι ακίνητος για να μην χαλάσω την διατήρηση της ζέστας που είχα πετύχει, άκουγα το τρανζίστορ. Και ξαφνικά άκουσα το Μια θάλασσα μικρή. Τι συγκίνηση ήταν αυτή που με έπιασε! Το πιάνο κεντούσε πάνω στην ψυχή μου και τα λόγια σκαρφάλωναν σαν σκαλιά στο μυαλό μου. Με κομμένη την ανάσα το άκουσα. Ήταν η πρώτη φορά που το άκουγα. Μια θάλασσα μικρή. Κι έξω μαινόταν η καταιγίδα. Κι εγώ για δύο λεπτά είχα μια θάλασσα κάτω από τα σκεπάσματα.

9. Και φυσικά ήταν κι οι εκλογές, τα αποτελέσματα των εκλογών δηλαδή. Κυριακή βράδυ, όταν έκλειναν οι κάλπες άρχιζε κι η αναμετάδοση των αποτελεσμάτων. Κι όλοι παρακολουθούσαν το ράδιο και κάποιος έγραφε σε στοίβες από την πίσω μεριά των ψηφοδελτίων τα αποτελέσματα ανάμεσα στα σχόλια των άλλων. Κάτω Παναγιά, έλαβον… Κι εκείνος ο κάποιος έγραφε πυρετωδώς κι όταν τέλειωνε το ψηφοδέλτιο έκανε την πρόσθεση, προσπαθούσε να μαντέψει πού πάει το πράγμα.

   Το θυμάμαι καλά εκείνο το βράδυ της Κυριακής των εκλογών, αρχές της δεκαετίας του ’60, εκείνο το βράδυ λοιπόν εγώ είχα αναλάβει το βαρύ καθήκον να γράφω ατέλειωτα νούμερα σε στήλες. Όλες οι ελπίδες τους ήταν εκείνες οι εκλογές.

10. Παιδικές εκπομπές και παραμύθια δεν είχα ακούσει ως παιδί από το ραδιόφωνο. Δεν ξέρω γιατί. Χάρηκα ωστόσο πολύ αργότερα την Λιλιπούπολη. Όσο για τα τραγούδια δεν το συζητάμε. Ήταν την εποχή που ο Χατζιδάκις είχε αναλάβει διευθυντής στο Τρίτο.

11. Δύο εικόνες ακόμη αναφορικά με το ραδιόφωνο της εθνικής ραδιοφωνίας. Πρωινά Κυριακής, η γερόντισσα μισοξαπλώνει στην πολυθρόνα, παρακολουθεί με κατάνυξη τη θεία λειτουργία. Ακούει με τέτοια που προσήλωση που είσαι σίγουρος ότι σε λίγο θα εμφανιστούν εκεί μπροστά σου η εκκλησία, ο παπάς, ο ψάλτης, το ποίμνιο, ακόμη και τη μυρωδιά από λιβάνι μπορείς να μυρίσεις.

   Κι η άλλη εικόνα, όταν είδα κάποιον να κάνει την πρωινή του γυμναστική ακολουθώντας της οδηγίες της ομώνυμης εκπομπής. Νωρίς το πρωί, χαράματα κι αυτός ο κάποιος παρακολουθούσε πειθαρχημένα και με προσοχή τα παραγγέλματα της γυμναστικής.

12.  Παραλίγο να το ξεχάσω. Το ποδόσφαιρό. Κυριακάτικα απογεύματα. Καφενεία πήχτρα κι όλοι να παρακολουθούν το σπήκερ με τη γρήγορη φωνή του να περιγράφει ζωντανά τον αγώνα. Με λεπτομέρειες. Για να μεταφέρει με λέξεις σωστά το κλίμα του γηπέδου και των ομάδων. Κι οι ακροατές κρέμονταν από τη φωνή του κι έφτιαχναν τις εικόνες και συμμετείχαν τόσο πολύ και έντονα που είχαν την εντύπωση ότι βρίσκονταν στο γήπεδο.

  Το ίδιο βέβαια συμβαίνει και σήμερα τις Κυριακές απόγευμα στα καφενεία, μόνο που η τηλεόραση χρησιμοποιεί την εικόνα κυρίως κι επικουρικά το λόγο. Τώρα όλοι βλέπουν τον αγώνα όπως ακριβώς είναι. Ετοιματζίδικο πράγμα, πρόχειρο. Ενώ με το ραδιόφωνο έπρεπε να αναστήσεις μόνος σου τις εικόνες, να τις ξαναχτίσεις μέσα από τις λέξεις του εκφωνητή. Έχει διαφορά, νομίζω.

13. Ένα από τα πράγματα του σπιτιού που κράτησα ήταν και το ραδιόφωνο. Εκείνο το παλιό, του ρεύματος, με τις λυχνίες. Φυσικά δεν παίζει πια. Το κράτησα για συναισθηματικούς λόγους. Δεν είναι κανένα σπουδαίο ραδιόφωνο, αλλά ήταν και θα είναι το δικό μας ραδιόφωνο.

ελληνική ιστοσελίδα με θέμα το παλιό ραδιόφωνο.
Γιάννης Ρεμούνδος  






ΚΙ ΗΝΤΑ ΔΕΝ ΚΑΝΕΙ Ο ΕΡΩΤΑΣ

Ο έρωντας είναι παιδί κι αφού παιρνούν οι χρόνοι εδώ είναι το ερώτημα, γιάντα δε μεγαλωνει ; 

- Μικρό παιδί ο έρωντας με κάνει κάθε τόσο και θα μισέψω απ` τη ζωή χωρίς να μεγαλώσω...!!!
Αριστείδης Χαιρέτης - Γιαλάφτης

Θέ μου με ίντα λογική
σ`ένα μικιό κοπέλι
εθάρρεψες και τού`δωκες
το τόξο και τα βέλη.(Γιώργης Κοζύρης)
Πάντα με πιάνει ο έρωτας
 όσο πολύ κι αν τρέχω
γιατί είν’ εκείνος φτερωτός
 κι εγώ φτερά δεν έχω...

Τρίτη 13 Φεβρουαρίου 2018

Η αναβίωση της βυζαντινής Θεσσαλονίκης μέσα από το έργο σύγχρονων λογοτεχνών

Αποτέλεσμα εικόνας


Η μελέτη αυτή είναι ένα συναρπαστικό ταξίδι ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, μέσα από τη λογοτεχνία, την ιστορία, τη θεολογία, την αρχαιολογία, την αρχιτεκτονική, την τέχνη, τη γεωγραφία, καθώς ξετυλίγεται η συγκλονιστική ιστορία της περίλαμπρης και κοσμοπολίτικης βυζαντινής Θεσσαλονίκης μέσα από το έργο των σύγχρονων Θεσσαλονικέων λογοτεχνών που έχουν ως γενέτειρα πόλη τη Θεσσαλονίκη και αναβιώνουν με πολλούς και ποικίλους τρόπους στα έργα τους, τη μορφή, τη ζωή και τις περιπέτειες της πόλης κατά τη βυζαντινή εποχή. Το έργο των σύγχρονων Θεσσαλονικέων λογοτεχνών αντιπαραβάλλεται και συνδυάζεται με σχετικές βυζαντινές πηγές και άλλες ιστορικές πληροφορίες.

Δευτέρα 12 Φεβρουαρίου 2018

Ο ιμπρεσιονιστής ζωγράφος Ουμβέρτος Σ. Αργυρός

Είναι ο ζωγράφος για τον οποίο η χαρά του φωτός φθάνει στή μέθη, μιά μέθη διημιουργική, που μας καθηλώνει στό γύρω μας φυσικό θαύμα,  τονίζοντας κατα προτίμησι, το θέλγητρο των πραγμάτων, εκεί που τα βρίσκει ο ζωγράφος, που βλέπει εξαίσια οράματα, καί, με την υποβλητική του ζωγραφική, μας δίνει μια γοητευτική αλήθεια, ατμόσφαιρες, ώρες τοπίων , κορμιά γυναικών στον ήλιο, η στην ήρεμη ατμόσφαιρα ενός εσωτερικού.[...]

Δ.Α.Κοκκινός. Απρίλιος 1933 ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ (τευχ. 151)


Αργυρός Ουμβέρτος-Ο Ναός του Απόλλωνα των Δελφών 2


 Ουμβέρτος Σ. Αργυρός (Καβάλα, 1882 ή 1884 – Αθήνα, 1963) ήταν έλληνας ζωγράφος, ένας από τους πλέον όψιμους εκπροσώπους της «Σχολής του Μονάχου».

Θα μου λές τα μυστικά σου

Ο ΧΙΟΝΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ  Χορωδιακό

 Ποίηση - στίχοι: Ευγένιος Τριβιζάς, Νανά Νικολάου Μουσική: Νότης Μαυρουδής


  Ένα χειμωνιάτικο πρωινό ένα κορίτσι, η Μαριάννα, φτιάχνει έναν χιονάνθρωπο και του ζητάει να μη λιώσει ποτέ, να ζήσει για πάντα. Για να τηρήσει την υπόσχεσή του, ο χιονάνθρωπος ξεκινάει για ένα μακρινό και επικίνδυνο ταξίδι προς τον Βόρειο Πόλο. Αψηφώντας τον Χρυσό Εχθρό που τον πυρπολεί με φλογισμένα βέλη, τους Λασπανθρώπους που τον καταδιώκουν για να τον λασποβολήσουν, και χίλιους δυο κινδύνους και εμπόδια ακόμα, είναι αποφασισμένος να μείνει πιστός στο στόχο του να μη λιώσει, να μη χάσει το δαχτυλίδι που του χάρισε η Μαριάννα, να φτάσει αμόλυντος στα παντοτινά, παραμυθένια χιόνια. Ερμηνεία: Νότης Μαυρουδής Δισκογραφική: ΘΙΑΣΟΣ '81

Κυριακή 11 Φεβρουαρίου 2018

Ο Adrian Anantawan μας συγκινεί. - Schindler's List

Μία από τις καλύτερες ερμηνείες, στο διάσημο αυτό έργο, είναι γεμάτο από συναισθήματα και συγκινήση.

Violin: Adrian Anantawan Piano: Darrett Zusko 
Ο Anantawan μεγάλωσε στο Τορόντο και άρχισε την εκπαίδευσή του στην ηλικία των εννέα, στο Mississauga  με τον βιολονίστα Peggy Hills, και αργότερα κάτω από τον Mark Childs
Το 1999 και το 2000, ο Anantawan κέρδισε θέσεις με την Εθνική Ορχήστρα Νέων του Καναδά, που έγινε ένα από τα νεότερα μέλη της . Σε όλη τη μουσική του καριέρα, ο Anantawan έχει κερδίσει πολλά βραβεία μουσικής και έχει λάβει πολλές αναγνωρίσεις.
https://en.wikipedia.org/wiki/Adrian_Anantawan

Παρασκευή 9 Φεβρουαρίου 2018

Αποκριάτικη γελοιογραφία του 1900

«...Κι αν μασκαρεύωνται πολλοί

κι αφέντες καί κυράδες,

εγώ, θαρρώ, μέσ’ στη Βουλή

πως είναι… οι μασκαράδες! ».
 
(1901) Παναγιώτης Θεοδοσίου
 Η Γελιογραφία δημοσιεύτηκε
την 20η Φεβρουαρίου 1900 στήν εφημερίδα "ΣΚΡΙΠ"


 Αποκριάτικες γιορτές με πολιτική και σάτιρα./«Ποιητής του Κάρρου» Παναγιώτης Θεοδοσίου.  
http://mikros-romios.gr/karnavali/

Αποκριάτικη γελοιογραφία του 1900  

Πέμπτη 8 Φεβρουαρίου 2018

"Εμένα φίλε, με λένε Καραγκιόζη"

karagioz600_59249_1zda03.jpg
Xρόνια τώρα ο καταφερτζής, ευρηματικός, πλακατζής και κλασσικός «ελληναράς» καραγκιοζάκος, σκαρώνει τα μύρια όσα κάτω από τη μύτη του Πασά και στήνει αμίμητες φάρσες στον Χατζηαβάτη, τον Μπάρμπα Γιώργο, τον Βαγγέλακα και τον Μορφονιό. Και πίσω από τα προφανή ερείσματά του στο λαϊκό στοιχείο ροσθέτει στις περγαμηνές του την υποστήριξη διανοητών και καλλιτεχνών όπως ο Γιάννης Τσαρούχης, ο Άγγελος Σικελιανός, ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Μενέλαος Λουντέμης, ο Κάρολος Κουν, ο Νίκος Χατζηκυριάκος Γκίκας, ο Άγγελος Τερζάκης, ο Νίκος Εγγονόπουλος, ο Διονύσης Σαββόπουλος κι ένα σωρό άλλοι. Ίσως γιατί όπως είπε ο Τσαρούχης «Ο Καραγκιόζης είναι ο σίφουνας της αρνήσεως των πάντων». Ή όπως πιο γλαφυρά τον περιέγραψε η πένα του Άγγελου Σικελιανού: «βρίσκεται στη βάση της λαϊκής ψυχής και ζωής και μακάριος όποιος αντικρίζει αυτή την τέχνη με τη σοβαρότητα που της οφείλεται. Μέσα της δεν κατασταλάζει μόνο η λαγαρή θυμοσοφία του λαού μας μπρος στα ανάποδα τον κόσμου, αλλά σκεπάζεται και η πηγαία δύναμη πόχει μέσα του και με την οποία υπερνικά αυτά τα ανάποδα με ψυχισμό ασύγκριτο, ανεβαίνοντας απ' τα σκαλιά της θείας του εξυπνάδας ως τις κορφές τον ηρωισμού".

Τετάρτη 7 Φεβρουαρίου 2018

Αναμνήσεις από την Κηφισιά: Οι γραφικοί αμαξάδες !

    Ο Εντμόντ Αμπού είναι ένας από τους πρώτους συγγραφείς που αναφέρεται στις άμαξες των Αθηνών του 1854,  τις οποίες περιγράφει με μελανά χρώματα στο βιβλίο του "Η Ελλάδα του Όθωνος".

   Συγκεκριμένα αναφέρει: "Οι άμαξες δεν σπανίζουν στην Αθήνα και βρίσκεις άφθονες για την πόλη και για την ύπαιθρο. Είπα πιο πάνω ότι η εξοχή βρίσκεται σε τέσσερις λεύγες (Ο Αμπού εδώ σαφέστατα υπονοεί την Κηφισιά η οποία όπως ήδη αναφέρθηκε, απείχε από την Αθήνα τέσσερις λεύγες) από την πόλη.

   Τίποτα δεν είναι πιο άχαρο απ αυτά τα κακομοίρικα αμαξάκια της Αθήνας, τα μισοδιαλυμένα, κακοσυντηρημένα και ακάθαρτα. Σπάνια έχουν τζάμια και δεν ξέρω αν έχουν τέσσερις ρόδες. Τα βρίσκεις συγκεντρωμένα όλα σε μια λασπερή πλατεία που λέγεται Πλατεία των αμαξών.

    Δεν είναι εύκολο να διαλέξεις αμάξι, τόσο πολύ σε τραβολογούνε και σε πολιορκούν οι αμαξάδες. Παζαρεύεις το αγώγι με αυτούς τους κυρίους: η αστυνομία δεν έχει ορίσει τιμολόγιο.Πας στον Πειραιά με μιάμιση δραχμή ή με εξήντα δραχμές κατά περίσταση. Τα άλογα των αμαξών είναι πολύ άσχημα. Αλλά δεν αφήνουν ποτέ τον καλπασμό".

  Η ύπαρξη του μετζίλ στην Κηφισιά όπως αναφέρει ο Τσελεμπή, πιθανόν να ευνόησε την ευρεία χρήση των αμαξών για τη μετάβαση ανθρώπων και τη μεταφορά ταχυδρομείου και προϊόντων στην Αθήνα (έδρα καζά).

   Οι συχνές επισκέψεις του Όθωνα και πολλών διακεκριμένων οικογενειών στην Κηφισιά, ίσως να επέβαλαν την τακτική επικοινωνία και πιθανόν σε αυτό το πλαίσιο να ιδρύθηκε ταχυδρομείο, το οποίο θα συνέδεε την Κηφισιά με την Αθήνα.

    Ίσως στις εγκαταστάσεις του ταχυδρομείου περί το 1887, να χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά στην Ελλάδα το τηλέφωνο, το οποίο συνέδεσε την Κηφισιά με την Αθήνα. Ο Ραγκαβής απέστειλε από το Βερολίνο στον Γεώργιο Α' μια συσκευή, την οποία ο ίδιος ονόμασε "ο τηλέφωνος". Η επιστολή βρίσκεται - πιθανόν όχι τυχαία - στον σχετικό φάκελο της Κηφισιάς στα Γενικά Αρχεία του Κράτους.

   Πριν από τη σιδηροδρομική σύνδεση της Αθήνας με την Κηφισιά, οι Αθηναίοι πραγματοποιούσαν τις επισκέψεις τους στο καταπράσινο τότε χωριό της Κηφισιάς με άμαξες (μόνιππα) που, σαν βάρκες στη στεριά, κλυδωνίζονταν στους ανώμαλους και σκονισμένους δρόμους.

   Ο μοναδικός δρόμος που οδηγούσε στην Κηφισιά ήταν η Λεωφόρος Μαραθώνος, η οποία αργότερα μετονομάστηκε σε Λεωφόρο Κηφισιάς. Η διαδρομή από την Αθήνα κρατούσε μία έως μιάμιση ώρα.

  Η κατάσταση της συγκοινωνίας με την Κηφισιά περιγράφεται με τον ακόλουθο γλαφυρό τρόπο στην εφημερίδα "Εθνοφύλαξ":

   "Η λεγόμενη εταιρία της κοινότητος Κηφισιάς, η συγκροτήσασα, τακτικών και ακριβή δήθεν αμαξιτήν συγκοινωνίαν με τας Αθήνας, προς ευκολίαν των πολιτών, χρησιμεύει μάλλον ώς μάστιξ και τιμωρίαν αυτών.

   Αγυρτία και παραλυσία, εγείρονται οι πολίται πρωίας, διά ν' αναβώσιν εις Κηφισσίαν περιμένουν τον διευθυντήν και προμηθευτήν εισιτηρίων εν τω ζαχαροπλαστείω κ. Γιαννοπούλου ίνα λάβωσι εισιτήρια, αλλ' ούτος κοιμάται νύδημον και βαθύν.

   Σήμερον πρωίας αντί του μεγάλου λεωφορείου ανεχώρησε μικρά άμαξα με 2 μόνον επιβάτας, διότι οι άλλοι δεν είχον τον διευθυντήν να λάβωσι εισιτήρια, ο ρωμιός δε αμαξάς πολών άκρα τιμιότητα δεν εδέχετο τους επιβάτες προπληρώνοντας τ΄αμαξάτικα δια τας λοιπάς κενάς θέσεις, βιαζόμενος δε ν΄απέλθη εις την δροσεράν Κηφισσιάν αφήκε τον ράπτην επιβάτην Γ. Καραμανλή με πληρωμένο εισιτήριο 161, την Ελένη Πολυχρονίου προπληρώσασαν αφ' εσπέρας, δια να μεταβή πρωίας, διότι αύριον, τη είπον ήθελον τη δόσει το εισιτήριον!

  Επερίμενεν ο δυστυχής αλλ' ο διευθυντής εκοιμάτο βαρουχίαν, εις υπηρέτης βεβαιοί την πληρωμήν, αλλ' ο αμαξάς δεν την παραλαμβάνει, βιάζεται δια την Κηφισσιά του μένει έτσι η δυστυχής, και τα έχουσιν λίαν κατεπείγουσαν ανάγκην.  Και άλλα πολλά έμειναν μη όντος του διευθυντού να τοις δώση εισιτήρια. Άρα η αστυνομία δεν έχει καθήκον να περιστείλη τας τοιάυτας ατοπίας και βασάνους των πολιτών;"

  Το στέκι των αμαξάδων στην Κηφισιά ήταν η περιοχή του Πλατάνου. Τα δρομολόγια που ακολουθούσαν δεν περιορίζονταν μόνο στα όρια του δήμου, αλλά έφταναν και στις γειτονικές περιοχές.

   Οι επιβάτες χρησιμοποιούσαν τις άμαξες για ποικίλους λόγους, για τη μεταφορά τους, τους ρομαντικούς περιπάτους, για τη συμμετοχή τους σε τελετές (γάμους, βαπτίσεις) κλπ. Τα αμαξάκια ήταν τα ταξί της εποχής. Παλαιότερα όταν κάποιος έβλεπε στους δρόμους της Κηφισιάς άμαξα, προσπαθούσε να μαντέψει ποιοί την είχαν ενοικιάσει.

   Οι αμαξάδες θεωρούσαν το άλογο μέλος της οικογένειάς τους. Όταν τελείωνε το αγώγι και γύριζαν σπίτι, το σκούπιζαν με μια πετσέτα, αν ήταν ιδρωμένο, και στη συνέχεια το σκέπαζαν με μια κουβέρτα για να μην κρυώσει. Το πρωί, όταν έζευε ο αμαξάς το άλογο, του έδινε ένα κομμάτι ζάχαρη.

   Η άμαξα είχε έναν στεγασμένο χώρο για τους επιβάτες. Ήταν στολισμένη με γαλάζιες χάντρες, κορδέλες και λουλούδια δίπλα στον αμαξά.


  Οι Κηφισιώτες αμαξάδες ίδρυσαν το Σωματείο Αμαξοκαραγωγέων, το οποίο υπάρχει μέχρι και σήμερα. Γύρω από τους αμαξάδες υπήρχε ένας ολόκληρος κόσμος επαγγελματιών, όπως οι αλμπάνηδες (πεταλωτές), οι καροποιοί, οι σανοπώλες κ.ά.

   Σταδιακά όμως από τη δεκαετία του 1920 έκαναν την εμφάνισή τους τα πρώτα μικρά λεωφορεία, τα οποία εκτελούσαν το δρομολόγιο Κηφισιά-Αθήνα. Σχεδόν παράλληλα εμφανίστηκαν και τα ταξί. Η είσοδος των μέσων μαζικής μεταφοράς των πολιτών σταδιακά εκτόπισε τα μόνιππα.

   Από το 1922 (Ν. 1958) αποφασίστηκε η συστηματική ανάπτυξη των μόνιμων και ημιμόνιμων οδοστρωμάτων για λόγους εξυπηρέτησης των οχημάτων. Συνολικά στρώθηκαν με άσφαλτο 46 οδοί, μια από τις οποίες ήταν και η Λεωφόρος Αθηνών - Κηφισιάς.

   Σήμερα η άμαξα αποτελεί σύμβολο μιας ρομαντικής εποχής. Οι αμαξάδες ανταποκρίνονται στο κάλεσμα κάποιας νύφης για την μεταφορά της στην εκκλησία. Στη θέα τους οι Κηφισιώτες νοσταλγούν τον παλιό καλό καιρό με τις βόλτες στους καταπράσινους και ήσυχους κήπους της Κηφισιάς.
"ΚΗΦΙΣΙΑ: Όψεις της Ιστορίας της πόλης και του Δήμου - αρχειακά τεκμήρια"
Κάτι παρόμοιο στο blog :
.πηγή

Τρίτη 6 Φεβρουαρίου 2018

Ο Λόγος του Κολοκοτρώνη στην Πνύκα


Αποτελεί την πνευματική παρακαταθήκη του Γέρου του Μωριά προς τη νέα γενιά. Εκφωνήθηκε στις 8 Οκτωβρίου 1838 στην Πνύκα και πρωτοδημοσιεύτηκε στις 13 Νοεμβρίου 1838 στην αθηναϊκή εφημερίδα «Αιών», που εξέδιδε ο ιστορικός Ιωάννης Φιλήμων

Αποτέλεσμα εικόνας για γερος του μορια λόγος του στὴν Πνύκα

Στις 7 Οκτωβρίου 1838 ο γηραιός στρατηγός και εν ενεργεία Σύμβουλος Επικρατείας Θεόδωρος Κολοκοτρώνης επισκέφθηκε το Βασιλικό Γυμνάσιο της Αθήνας (νυν 1ο Πρότυπο Πειραματικό Γυμνάσιο Αθήνας) για να παρακολουθήσει τη διδασκαλία του γυμνασιάρχη Γεωργίου Γενναδίου (1784-1854) για τον Θουκυδίδη. Τόσο εντυπωσιάστηκε από την «παράδοσιν του πεπαιδευμένου γυμνασιάρχου και από την θέαν τοσούτων μαθητών», ώστε εξέφρασε την επιθυμία να μιλήσει και ο ίδιος προς τους μαθητές. Την πρότασή του απεδέχθη ο Γεννάδιος και λόγω της στενότητας του χώρου και του πλήθους των μαθητών η ομιλία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη ορίσθηκε για τις 10 το πρωί της 8ης Οκτωβρίου 1838 στην Πνύκα.

Δευτέρα 5 Φεβρουαρίου 2018

Πάρε τις πίκρες μου και ρίχ' τες στο βράχο του καβο-Μαλιά



[Τοπική ρίμα από τα χωριά του Καβομαλιά. Το τραγούδι ανήκει στον κύκλο των Παραλογών. Η τοποθεσία που είναι χτισμένη η Αγία Ειρήνη καθώς και ολόκληρο το άγονο τμήμα νότια από τα Βατικιώτικα χωριά απαρτίζεται από απόκρημνους και κοφτούς βράχους. Το άγριο του εδάφους καθώς και το αδάμαστο των κυμάτων του ξακουστού Καβομαλιά ώθησαν τους Βατικιώτες να δημιουργήσουν θρύλους και παραμύθια με πρωταγωνιστές στοιχειά, νεράιδες, λυγερές, παλικάρια..]


Κυριακή 4 Φεβρουαρίου 2018

Ο Λουδοβίκος των Ανωγείων στην ιστορική μπουάτ "Απανεμιά"

Μια μοναδικη εμπειρια
στην "Απανεμιά" με τη θαυμάσια φωνή της Ειρήνης Μπαρδανη
ενα νεο κορίτσι με προσωπικότητα που ερμήνευσε συγκινητικά
Τραγουδώντας πρώτη φορά σε κοινό αφήνοντας άριστες εντυπώσεις..    Λουδοβίκος των Ανωγείων


ΜΟΥΑΤ ΑΠΑΝΕΜΙΑ 18-1-2018, ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΤΩΝ ΑΝΩΓΕΙΩΝ, ΕΙΡΗΝΗ ΜΠΑΡΔΑΝΗ - ΤΟ ΡΟΔΙ Το ξέρω πως υπάρχεις - ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΤΩΝ ΑΝΩΓΕΙΩΝ

Σάββατο 3 Φεβρουαρίου 2018

Αρχαίο Δίον

Το αρχαίο Δίον είναι αρχαιολογικός τόπος των ερειπίων της αρχαίας πόλης της Μακεδονίας, στα σύνορα της Θεσσαλίας κοντά στον Θερμαϊκό και τον ποταμό Αλιάκμονα. Φέρεται ότι πήρε το όνομά του από τον ναό του Δία Υψίστου, οι θεμελιώσεις του οποίου διακρίνονται σήμερα κοντά στον ναό της Ίσιδας. Από τις άλλες δύο πόλεις που φέρουν το ίδιο όνομα, η μία βρίσκεται στη χερσόνησο της Χαλκιδικής και στον Στρυμονικό κόλπο και η δεύτερη στην Εύβοια, στο ακρωτήριο Κήναιον κοντά στις Διάδες Αθήνες

Ο αρχαιολογικός τόπος βρίσκεται σε κεκλιμένο έδαφος ανάμεσα στις υπώρειες του Ολύμπου και τις ακτές του Αιγαίου. Σχηματίζει περίπου ορθογώνιο και η πολεοδομική του διάταξη διαμορφώνεται από δρόμους, ο σημαντικότερος των οποίων είναι πλακοστρωμένος με πλάτος πέντε περίπου μέτρων στον άξονα Βορράς-Νότος, όπου υπάρχουν ανάγλυφα πανοπλιών και σωμάτων. Στη δυτική πλευρά του τετραγώνου διακρίνονται οι θεμελιώσεις καταστημάτων, λουτρών και ανακατασκευασμένου ρωμαϊκού ωδείου.

 
.
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%AF%CE%BF_%CE%94%CE%AF%CE%BF%CE%BD
https://www.facebook.com/GreeceHighDefinition/?hc_ref=ARQ4V8Zj7gu3unJz7NvlnJn47XNG6d2JKQ32lVViL2aFv1ai2AxP_Hbdk3d5cEHRf2c&pnref=story

Στο καφέ του χαμένου χρόνου. Au Café du Temps Perdu. Λ. Μαχαιρίτσας - S. Adamo

Πως πέρασαν έτσι τα χρόνια... οι στιγμές και οι αναμνήσεις εκεί...σε ένα πολύχρωμο καφέ...

 Στο καφέ του χαμένου χρόνου      Στίχοι - Μουσική: Λαυρέντης Μαχαιρίτσας

Παρασκευή 2 Φεβρουαρίου 2018

Η επανάσταση που (δεν) έγινε στην ελληνική ζωγραφική

Μια συζήτηση για την αγορά τέχνης από το '50 ως σήμερα «Η αγραμματοσύνη είναι ολοφάνερη σήμερα. Θα δεις Παρθένη δίπλα σε έναν τελείως άσχετο ζωγράφο»

SOTIRIS FELIOS COLLECTION
Δημήτρης Φαμελιάρης, «Νικήτας» (2011). Λάδι σε μουσαμά, 65 x 61 εκ.

Ο ζωγράφος Κώστας Παπατριανταφυλόπολυλος, γνωστός στους διαδρόμους της τέχνης του ως Κ.Π., ηγείται μιας έκθεσης Ελλήνων καλλιτεχνών στην αίθουσα τέχνης της Συλλογής Σωτήρη Φέλιου (Φωκίωνος Νέγρη 16).
Λέμε ηγείται, αν και ο δημιουργός στα 40 χρόνια διαδρομής του στα εικαστικά μας πράγματα δεν επιδίωξε τέτοιο ρόλο - αυτή τη «συστολή» προδίδει ίσως και η υπογραφή με τα αρχιγράμματα τόσο στο έργο όσο και στο δημόσιο λόγο του. Η πορεία του ζωγράφου με τον συλλέκτη πηγαίνει πίσω στο χρόνο και σίγουρα σφραγίζεται με το ξεκίνημα της αίθουσας στην Κυψέλη το 2010, στην αφιερωματική έκθεση που επιμελήθηκε ο ΚΠ για τον πρόωρα χαμένο ομότεχνο φίλο του, τον Πάνο Φειδάκη.
Οχτώ χρόνια μετά, η γνωστή πια στο φιλότεχνο κοινό αίθουσα «Αρκαδία» της Φωκίωνος Νέγρη, καλεί τον ζωγράφο να παρουσιάσει το έργο του. Αντ’ αυτού όμως, ο ΚΠ επιλέγει να το κάνει δίπλα σε εννέα σύγχρονους καλλιτέχνες.





SOTIRIS FELIOS COLLECTION
Έλσα Ζαχαράκη, «Αυτοπροσωπογραφία» (2011). Λάδι σε χαρτόνι, 37,5 x 25 εκ.

- Γιατί αυτό; Γιατί όχι μια ατομική σας έκθεση;
Σ’ ένα χώρο που λειτουργεί ως πινακοθήκη, ένα ίδρυμα με ρόλο πνευματικό [Η Άλλη Αρκαδία], το βρίσκω εγωιστικό να κάνω μόνος μια έκθεση που έχει να κάνει με εμπορικό στόχο κι αφορά προβολή δική μου. Πιστεύω ότι η ζωγραφική δεν είναι θέμα ενός. Είναι μόρφωση, είναι παιδεία κι έχει να κάνει με πολλούς μαζί.
- Τιτλοφορείτε την έκθεση ως «άλλη ζωγραφική». Για ποια ζωγραφική μιλάτε;
Ως «άλλη» ορίζω τη ζωγραφική που έχει ως ζητούμενο την ποίηση. Αυτήν που εκφράζει αισθήματα, που προσπαθεί να επικοινωνήσει με τον κόσμο και δεν πουλά στυλ. Δεν είναι, δηλαδή, θύμα της αισθητικής. Μιλώ για την «αισθητική» που είναι σαν να βρίσκεις έναν τρόπο να φτιάξεις ένα έργο, χωρίς καμία λογική, ορμώμενος ετσιθελικά. Κατά τη γνώμη μου δεν είναι έτσι η ζωγραφική.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...