Τετάρτη 29 Απριλίου 2020

Κι Ήταν Αφορμή Ένα Παλιό Άδειο Τενεκεδάκι Της …Φυτίνης!


Τι να πρωτοθυμηθώ για τούτες τις μέρες. Βιβλία ολόκληρα οι αναμνήσεις μας. Όμορφα χρόνια, όμορφες μέρες, ξέγνοιαστες και σήμερα μπήκα λίγο στις θύμησες με αφορμή τούτο το μικρό ντενεκεδάκι …το πασχαλιάτικο.
Της Ελένης Μπετεινάκη* 
Κι όλη η Μεγαλοβδομάδα της δεκαετίας του ΄70 ζωντάνεψε…
Πόσα χρόνια γύρισα πίσω, πόσες θύμησες μου χάρισε τούτη η φωτογραφία.
Kαι σαν τον δολοφόνο που γυρίζει πάντα στον τόπο του εγκλήματος …επέστρεψα! Κι είδα από κοντά, κι ακούμπησα  το σκουριασμένο κουτί που ΄ταν γεμάτο από χιλιάδες λέξεις και εικόνες μιας  εποχής που χάθηκε, τα καλύτερα μας  χρόνια. Εκεί, στην δεκαετία του ’70 στο χωριό  μου τις μέρες του Πάσχα. Μύριζε ασβέστη, όλο το χωριό,λεμονανθούς, βιολέτες κι αγιόκλημα. Πεντακάθαρες αυλές, χρωματιστές γλάστρες από τις πολύχρωμες σαρδέλες, μπογιατισμένα δέντρα και πεζούλια και πεζοδρόμια. Ένα λευκό που θάμπωνε τα μάτια.

Τετάρτη 22 Απριλίου 2020

ΠΟΝΤΟΣ...Ο τόπος της καρδιάς μου !



Θεόδωρος Αλεπίδης
Το ντοκιμαντέρ αποτελεί τον ελάχιστο φόρο τιμής στους προγόνους μου.
Ευχαριστούμε όλους τους συντελεστές, για την βοήθεια που πρόσφεραν αφιλοκερδώς για την υλοποίησή του, το οποίο δεν αποτελεί προϊόν πώλησης ή μεταπώλησης και σκοπό έχει την ανάδειξη του τόπου καταγωγής των προγόνων μας.

Σκηνοθεσία: Γιάννης Σανιώτης
Αφήγηση: Γιάννης Γεωργιάδης, Θεόδωρος Αλεπίδης
Επιμέλεια: Θεόδωρος Αλεπίδης
Επεξεργασία-Μοντάζ: Γιάννης Σανιώτης
Μουσική Επιμέλεια: Γιάννης Καλογήρου, Μπάμπης Κεμανετζίδης, Χρήστος Χαλκιάς
Επίγειες και εναέριες λήψεις: Θεόδωρος Αλεπίδης, Hasan Kamiloglu, Mert Sezer, Arif Terzi.
Αρχείο πρώτης γενιάς: Νικόλαος Μηλιάδης, Σταύρος Γαλετσίδης.

Δευτέρα 20 Απριλίου 2020

ΠΑΣΧΑ ΡΩΜΕΪΚΟ (ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ)

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης - Βικιπαίδεια

Ὁ μπαρμπα-Πύπης, ὁ γηραιὸς φίλος μου, εἶχεν ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ καπέλα, διαφόρων χρωμάτων, σχημάτων καὶ μεγεθῶν, ὅλα ἐκ παλαιοῦ χρόνου καὶ ὅλα κατακαίνουργια, τὰ ὁποῖα ἐφόρει ἐκ περιτροπῆς μετὰ τοῦ εὐπρεποῦς μαύρου ἱματίου του κατὰ τὰς μεγάλας ἑορτὰς τοῦ ἐνιαυτοῦ, ὁπόταν ἔκαμνε δύο ἢ τρεῖς περιπάτους ἀπὸ τῆς μιᾶς πλατείας εἰς τὴν ἄλλην, διὰ τῆς ὁδοῦ Σταδίου. Ὁσάκις ἐφόρει τὸν καθημερινὸν κοῦκόν του, μὲ τὸ σάλι του διπλωμένον εἰς ὀκτὼ ἢ δεκαὲξ δίπλας ἐπὶ τοῦ ὤμου, συνήθιζε νὰ κάθηται ἐπί τινας ὥρας εἰς τὸ γειτονικὸν παντοπωλεῖον, ὑποπίνων συνήθως μετὰ τῶν φίλων, καὶ ἦτο στωμύλος καὶ διηγεῖτο πολλὰ κ᾽ ἐμειδία πρὸς αὐτούς.

Κυριακή 19 Απριλίου 2020

ΠΑΣΧΑ ΣΤΑ ΠΕΛΑΓΑ - Α. ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑ

 Τὸ πλοῖο ὁλοσκότεινο ἔσχιζε τὰ νερὰ ζητώντας ἀνυπόμονα τὸ λιμάνι του. Δὲν εἶχε ἄλλο φῶς παρὰ τὰ δύο χρωματιστὰ φανάρια τῆς γέφυρας ζερβόδεξα· ἕνα ἄλλο φανάρι ἄσπρο ἀκτινοβόλο ψηλὰ εἰς τὸ πλωριὸ κατάρτι καὶ ἄλλο ἕνα μικρὸ πίσω εἰς τὴν πρύμη του. Τίποτε ἄλλο. Οἱ ἐπιβάτες ἦσαν ὅλοι ξαπλωμένοι στὶς κοκέτες τους, ἄλλοι παραδομένοι στὸν ὕπνο καὶ ἄλλοι στοὺς συλλογισμούς. Οἱ ναῦτες καὶ θερμαστές, ὅσοι δὲν εἶχαν ὑπηρεσία ἐροχάλιζαν εἰς τὰ γιατάκια τους. Ὁ καπετάνιος μὲ τὸν τιμονιέρη ὀρθοὶ στὴ γέφυρα, μαῦροι ἴσκιοι, σχεδὸν ἐναέριοι, ἔλεγες πὼς ἦσαν πνεύματα καλόγνωμα, ποὺ ἐκυβερνοῦσαν στὸ χάος τὴν τύχη τοῦ τυφλοῦ σκάφους καὶ τῶν κοιμωμένων ἀνθρώπων.

Ἔξαφνα ἡ καμπάνα τῆς γέφυρας ἐσήμανε μεσάνυχτα. Μεσάνυχτα ἐσήμανε καὶ ἡ καμπάνα τῆς πλώρης. Τὸ καμπανοχτύπημα γοργό, χαρούμενο, ἐπέμενε νὰ ρίχνῃ τόνους μεταλλικοὺς περίγυρα, κάτω στὴ σκοτεινὴ θάλασσα καὶ ψηλὰ στὸν ἀστροφώτιστο οὐρανὸ καὶ νὰ κράζῃ ὅλους εἰς τὸ κατάστρωμα. Καὶ μὲ μιᾶς τὸ σκοτεινὸ πλοῖο ἐπλημμύρισεν ἀπὸ φῶς, ἀπὸ θόρυβο, ἀπὸ ζωή. Ἄφησε τὸ πλήρωμα τὰ γιατάκια του καὶ οἱ ἐπιβάτες τὶς κοκέτες τους.

Ἐμπρὸς εἰς τὴν πλώρη καὶ εἰς τὴν πρύμη πίσω ἀνυπόμονες ἔφευγαν ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ ναύκληρου οἱ σαΐτες, ἔφθαναν λὲς τ᾿ ἀστέρια κι ἔπειτα ἔσβηναν στὴν ἄβυσσο, πρασινοκόκκινα πεφτάστερα.

Τὰ ξάρτια, τὰ σχοινιά, οἱ κουπαστὲς ἔλαμπαν σὰν ἐπιτάφιοι ἀπὸ τὰ κεριά. Καὶ δὲν ἦταν ἐκείνη τὴ στιγμὴ τὸ καράβι παρὰ ἕνα μεγάλο πολυκάντηλο, ποὺ ἔφευγε ἀπάνω στὰ νερὰ σὰν πυροτέχνημα.

Ἡ γέφυρα στρωμένη μὲ μία μεγάλη σημαία ἐμοίαζε ἁγιατράπεζα. Ἕνα κανίστρι μὲ κόκκινα αὐγὰ καὶ ἄλλο μὲ λαμπροκούλουρα ἦταν ἀπάνω. Ὁ πλοίαρχος σοβαρὸς μὲ ἕνα κερὶ ἀναμμένο στὸ χέρι ἄρχισε νὰ ψέλνῃ τὸ Χριστὸς Ἀνέστη. Τὸ πλήρωμα κι οἱ ἐπιβάτες γύρω του, ξεσκούφωτοι καὶ μὲ τὰ κεριὰ στὰ χέρια, ξανάλεγαν τὸ τροπάρι ρυθμικὰ καὶ μὲ κατάνυξη.

- Χρόνια πολλά, κύριοι!... Χρόνια πολλά, παιδιά μου!.. εὐχήθηκε ἅμα ἐτέλειωσε τὸν ψαλμό, γυρίζοντας πρῶτα στοὺς ἐπιβάτες κι ἔπειτα στὸ πλήρωμα ὁ πλοίαρχος.

- Χρόνια πολλὰ καπετάνιε! χρόνια πολλά!... ἀπάντησαν ἐκεῖνοι ὁμόφωνοι.

- Καὶ τοῦ χρόνου στὰ σπίτια σας, κύριοι! Καὶ τοῦ χρόνου στὰ σπίτια μας παιδιά! ἐξαναεῖπε ὁ πλοίαρχος, ἐνῶ ἕνα μαργαριτάρι ἐφάνη στὴν ἄκρη τῶν ματιῶν του.

- Καὶ τοῦ χρόνου στὰ σπίτια μας, καπετάνιε!

Ἔπειτα ἐπέρασε ἕνας ἕνας, πρῶτα οἱ ἐπιβάτες ἔπειτα τὸ πλήρωμα, ἐπῆραν ἀπὸ τὸ χέρι του τὸ κόκκινο αὐγὸ καὶ τὸ λαμπροκούλουρο καὶ ἄρχισαν πάλι οἱ εὐχὲς καὶ τὰ φιλήματα:

- Χριστὸς Ἀνέστη.

- Ἀληθινὸς ὁ Κύριος.

- Καὶ τοῦ χρόνου σπίτια μας...

Οἱ ἐπιβάτες ἐτράβηξαν στὰς θέσεις τους νὰ φᾶνε τὴ μαγερίτσα. Οἱ ναῦτες ζευγαρωτὰ στοὺς διαδρόμους, ἐφίριραν τ᾿ αὐγά τους, ἐγελοῦσαν, ἐσπρώχνοντο συναμεταξύ τους, ἔτρωγαν λαίμαργα, ἐκαλοχρονίζοντο σοβαρὰ καὶ κοροϊδευτικά.

Ἔπαψε τὸ καμπανοχτύπημα· ἕνα ἕνα ἔσβησαν τὰ κεριά. Τὸ καράβι ἐβυθίστηκε πάλι στὴν ἡσυχία του. Ὁ καπετάνιος καὶ ὁ τιμονιέρης καταμόναχοι ἐπάνω στὴ γέφυρα, πνεύματα θαρρεῖς ἐναέρια, ἐξακολουθοῦσαν τὴ δουλειά τους σιωπηλοὶ καὶ ἄγρυπνοι:

- Ἕνα κάρτο μαΐστρο!

- Μαΐστρο!

- Γραμμή!

- Γραμμή!

Καὶ τὸ πλοῖο ὁλοσκότεινο πάλι ἐξακολούθησε νὰ σχίζῃ τὰ νερά, ζητώντας ἀνυπόμονα τὸ λιμάνι του.

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΟΥ ΠΑΣΧΑ Γρηγόριος Ξενόπουλος

Η «Διάπλασις των Παίδων», ο Γρηγόριος Ξενόπουλος και οι μεγάλες ...

Aγαπητοί μου,

Aυτές τις ημέρες ξαναγυρίζω πάντα στα παιδικά μου χρόνια. Kαι θυμάμαι τις θαυμάσιες εκείνες γιορτές που χαιρόμουν στην πατρίδα μου, όταν ήμουν μικρό αμέριμνο παιδί κι είχα τους καλούς μου γονείς να με φροντίζουν και να μ’ οδηγούν σε όλα. Φυσικά και στην εκκλησία ή στα «θρησκευτικά μου καθήκοντα»… Όσο ήταν χειμώνας, η μητέρα μου μ’ έπαιρνε μαζί της στον Άι-Γιάννη ή στη Φανερωμένη, τις γειτονικές μας εκκλησίες, που λειτουργούσαν κάπως αργά –από τις οχτώ η μια, από τις εννιά η άλλη. Mα όταν έμπαινε η άνοιξη, που μπορούσα να ξυπνώ και να βγαίνω πιο πρωί, ο πατέρας μου μ’ έπαιρνε στην Eπισκοπιανή ή στον Άγιο Xαράλαμπο, εξοχικές εκκλησίτσες αυτές, σ’ ένα ωραίο παραθαλάσσιο προάστιο, που λειτουργούσαν από τις επτά. Mετά τη λειτουργία, κάναμε κι έναν ωραίο περίπατο στους Kήπους και γυρίζαμε λιγάκι κουρασμένοι μα πολύ ευχαριστημένοι κι οι δυο.
          Ω, ήταν τόσο όμορφα! H άνοιξη είχε στολισμένες τις πρασινάδες με μαργαρίτες άσπρες και κίτρινες, με ολοκόκκινες παπαρούνες και μ’ άλλα γαλάζια ή μαβιά αγριολούλουδα. Tι πολύχρωμο το χαλί που απλωνόταν στα χωράφια! Tο έβλεπα κι από την ανοιχτή πόρτα της εκκλησιάς, καθώς άκουγα τα ψαλσίματα, τις ευχές και τα ευαγγέλια. Tα ευαγγέλια προπάντων μ’ άρεσαν πολύ. Eίναι τόσο ποιητικά αυτά που λένε πριν και μετά το Πάσχα. Πρώτα των Bαΐων –και συνήθως απ’ αυτή την Kυριακή άρχιζα να πηγαίνω στις εξοχικές εκκλησίτσες– έπειτα της Aνάστασης, έπειτα του Θωμά, των Mυροφόρων, της Σαμαρείτιδος… O παπα-Λογοθέτης, εφημέριος στον Άι-Xαράλαμπο, πολύ γραμματισμένος τα έλεγε θαυμάσια. Kι όχι ψαλτά με μπάσα και σικόντα, όπως σ’ άλλες εκκλησιές· αλλά διαβαστά, καθαρά, σταράτα, λέξη προς λέξη, και μ’ έκφραση, με τόνο ώστε να καταλαβαίνει το νόημα κι ο αγράμματος. Kι αλήθεια, στις εκκλησίτσες εκείνες το περισσότερο πήγαιναν απλοί, ταπεινοί άνθρωποι του λαού –ψαράδες, βαρκάρηδες, κηπουροί, μυλωνάδες. Kαι σου ’κανε χαρά να τους βλέπεις ντυμένους κυριακάτικα, ν’ ακούνε με τόση ευλάβεια και με τόση προσοχή τα λόγια του Kυρίου…
          Tη Mεγάλη όμως Eβδομάδα και το Πάσχα, όλη όλη μου η «εκκλησία» ήταν, την Kυριακή το πρωί, η Aνάσταση που γινόταν στο ύπαιθρο, και κατόπι η λειτουργία: Δεύτε λάβετε φως, Xριστός Aνέστη, Eν αρχή ην ο λόγος και καθεξής. Δεν μ’ έβγαζαν έξω βράδυ, κι ούτε στα Nυμφία με πήγαιναν, ούτε στην Aκολουθία των Παθών, ούτε στη λιτανεία του Eπιταφίου, που μόνο την πένθιμη μουσική της άκουγα από μακριά, αν τύχαινε να ξυπνήσω τη νύχτα της Mεγάλης Παρασκευής. Έτσι δεν ήξερα καλά τι προηγήθηκε απ’ την Aνάσταση. Mόνο, από την Kυριακή των Bαΐων, πως ο Xριστός μπήκε θριαμβευτικά στα Iεροσόλυμα. Aλλά τι έκαμε κει, τι τον έκαμαν, άκρες μέσες: Kάποιος Mυστικός Δείπνος, κάποιος σταυρικός Θάνατος, κάποια Tαφή σε καινό μνημείο… Tι να ήταν αυτά; Πώς να είχαν γίνει; Mόλις είχα μια ιδέα.
          Kι άξαφνα… τα έμαθα όλα! Eίχα μεγαλώσει, φαίνεται, εκείνο το χρόνο, κι οι γονείς μου με πήραν μαζί τους παντού. Έτσι άκουσα και τα φοβερά εκείνα ευαγγέλια της Mεγάλης Πέμπτης και της Mεγάλης Παρασκευής και το Σήμερον κρεμάται!… Eίδα και το Xριστό με το αγκαθένιο του στεφάνι στο μαύρο σταυρό, ένα μεγάλο Xριστό σαν αληθινό… Έπειτα τον είδα και νεκρό, ξαπλωμένο στο χρυσό Eπιτάφιο (κι ο Xριστός του Eπιταφίου στη Zάκυνθο δεν είναι κεντημένος σε πανί, είναι ζωγραφισμένος σε ξύλο, σαν εικόνα περικομμένη, όπως κι ο Eσταυρωμένος). Kαι θυμούμαι ακόμα τι αλλιώτικη εντύπωση, τι μεγαλύτερη χαρά μου έκανε το Πάσχα στην εκκλησίτσα την πρώτη φορά, αφού είχ’ ακούσει πια κι ιδεί και μάθει όλα τα προηγούμενα. Mπορώ να πω πως αυτό ήταν το πρώτο μου Πάσχα.
          Γιατί όλη τη Mεγάλη Eβδομάδα την είχα περάσει με το πένθος, με τη λύπη των Παθών. Eίχα παρακολουθήσει το Xριστό στο μαρτύριό του, στην αγωνία του, στο θάνατό του· είχ’ ακούσει και τη Διαθήκη του, είχα παρακαθίσει και στο Mυστικό Δείπνο, είχ’ ακολουθήσει και την εκφορά του, κλαίγοντας μαζί με τη Θλιμμένη Mητέρα, που κι αυτή ακολουθούσε ζωγραφιστή σε μια μεγάλη εικόνα σαν αληθινή: ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον … Γι’ αυτό το Xριστός Aνέστη μου έκαμε ύστερα τόση χαρά, τόση αγαλλίαση· γι’ αυτό μου φάνηκε σα μιαν υπέρτατη ικανοποίηση, σα μια νίκη, σαν ένας θρίαμβος. Eκείνος που φόρεσε για εμπαιγμό ψεύτικη πορφύρα. Eκείνος που ποτίσθηκε χολή και ξύδι, και μαστιγώθηκε, και καρφώθηκε σε ξύλο, και πέθανε μαρτυρικά, σαν άνθρωπος, έβγαινε ζωντανός από τον τάφο κι ανέβαινε στον ουρανό σα Θεός!
          Έτσι έπρεπε να είναι. Για να μου δώσει τόση χαρά η Aνάσταση, έπρεπε να προηγηθεί το Πάθος· για να μου κάμει τόση εντύπωση το Πάσχα, έπρεπε να γνωρίσω τη Mεγάλη Eβδομάδα. Mαθαίνοντας όσα έμαθα εκείνο το χρόνο, μάθαινα τη ζωή, που ώς τότε ήμουν πολύ μικρός για να την ξέρω, αφού οι γονείς που με φρόντιζαν και μ’ οδηγούσαν, δεν με πήγαιναν παρά στις χαρούμενες κυριακάτικες λειτουργίες και με προφύλαγαν απ’ τα λυπητερά, που δεν ήταν ακόμα για μένα. Έτσι και στη ζωή: Tη χαρά, την αληθινή χαρά, την κατακτούμε ύστερ’ από αγώνα και αγωνία, ύστερ’ από κόπο και λύπη. Πριν από κάθε μας Πάσχα, πρέπει να περάσουμε μια Mεγάλη Eβδομάδα.
          Ω, αυτό το ξέρετε και σεις απο τώρα. Mήπως την εβδομάδα των διαγωνισμών του σχολείου, που προηγείται από τη νίκη και τη χαρά του άριστα, δεν την ονομάζετε… Mεγάλη Eβδομάδα; Γελάτε, ε;… Kαι του χρόνου!

(Απο το περιοδικό Η Διάπλασις των Παίδων)

Σάββατο 18 Απριλίου 2020

Των θυρών κεκλεισμένων




Συμβαίνει να σωπαίνει κάποτε η Εκκλησία,
παρ’ όλο που τελείται γιορτή επιβλητική.
Μην έχοντας καμπάνες, άμφια και λιτανεία,
ξεχύνεται η διάθεση όλη η εορταστική
στην εσωτερική πια λατρεία, καθιερωμένη
σε τέτοιες περιστάσεις. Καθώς ο διπλανός σου
αγνοεί τι πανηγύρι μέσα σου έχει στηθεί,
μια και δεν συμμετέχει σε τίποτα γνωστό του,
ξυπνάει και σ΄ αντικρύζει κι’ ευθύς αναρωτάται:
πώς έτσι ο γείτονάς μου ξανάνθισε αδοκήτως;
ποιο Πάσχα του Κυρίου, έξω ταγμένου χρόνου,
γιορτάζει εν αγνοία των άλλων χριστιανών;
Αδιάφορος προς όλα, ο κρύφιος εορταστής.
Paratum est cor ejus για τη σπουδαία θυσία.
Στολίζει τους βωμούς του, υψώνει τη Χαρά
και τη μετουσιώνει σε σκεύη αχτιδωτά.
Μ΄ ευλάβεια αναλίσκει το περιεχόμενό τους
κι ύστερα κάμνει απόλυση, τελείως μεταρσιωμένος.
Σημαίνουν τότε εντός του μυριάδες οι καμπάνες,
με τέτοιο αλαλαγμό τους, που ουδέποτε χαλκός
τραγούδησε στη γη μας με τόσην ευφροσύνη,
με τόση φωτεινότητα και τόσο διαυγώς.

ΤΑΚΗΣ ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ (1895-1976)

Τετάρτη 15 Απριλίου 2020

«Οι πόνοι της Παναγιάς» Κώστα Βάρναλη.


Το ποίημα ανήκει στο πρώτο μέρος της ποιητικής σύνθεσης Σκλάβοι Πολιορκημένοι, η οποία εκδόθηκε το 1927. Ο ποιητής, ακολουθώντας τη δημοτική μας παράδοση, χρησιμοποιεί τη μορφή της Παναγιάς, για να εκφράσει τον ανθρώπινο πόνο της μάνας· η Παναγιά κατέχεται από τα τρυφερότερα συναισθήματα για το παιδί που πρόκειται να γεννήσει, αλλά και από κακά προαισθήματα για την τύχη που το περιμένει.

Παρασκευή 10 Απριλίου 2020

WA HABIBI / ΜΑΝΑ ΜΟΥ, ΜΑΝΑ


Βυζαντινός Ύμνος της Μεγάλης Παρασκευής των Μαρωνιτών του Λίβανου. "Wa habibi": Διασκευή εναρμόνιση από τον Χριστόδουλο Χάλαρη
Απόδοση στα ελληνικά από τον Νίκο Γκάτσο.
Η φωνή του Χρύσανθου ήταν ότι το καλύτερο για να αποδώσει το συναίσθημα. Δίσκος, "Δροσουλίτες" 1975

(Οι φωτογραφίες του βίντεο είναι του ελληνοαμερικάνου φωτογράφου, Κωνσταντίνου Μάνου.)


Wa Habibi - Χάρις Αλεξίου ενορχήστρωση/Τάσος Καρακατσάνης  
https://youtu.be/0Hqt4pYziOM?t=81

Τετάρτη 8 Απριλίου 2020

Ζωή Καρέλλη, Της σελήνης (II)


Αργυρόηχη, μελίχροη, χρυσορόδινη,
μειλιχόμειδη ερωμένη, ασύλληπτη.
Ηδονή ομιχλώδης η χάρη σου, η καλλονή
πάρα πολύ σιωπηλή,
βασίλισσα
στο μαβί, στιλπνό στερέωμα,
του σκοταδιού αργυρή αρχόντισσα, μακρινή.

Είναι το φως σου παράξενα οδυνηρό
και μαγικό, σαν τη σκιά
εκείνων που αγαπήσαμε τρυφερά
και ξανάρχονται να μας ψιθυρίσουν,
να πουν για τ’ ανύπαρχτα, για τα φανταστικά,
για κείνα τα μυστικά,
που μόνο οι ανήσυχες ψυχές
έχουν μέσα τους.
Παρηγοριά εκείνων που γνωρίζουν τη μοναξιά,
την πλήρη ονείρων κατάσταση
που το φως σου ξυπνά,
καθώς τις σκιές διαπερνά,
δίχως να τις κυνηγά να φύγουν.

Τόσο υπερήφανη, ασυγκίνητη στην εμορφιά σου
λάμψη διαβρωτική, ύπουλα διαπεραστική
εντός μου σταλάζεις
τα μυστικά της νύχτας.
Από τη συλλογή Το πλοίο (1955) της Ζωής Καρέλλη

Πηγή: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τόμος πρώτος (1940-1955) [Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973]

Δευτέρα 6 Απριλίου 2020

OSTROV. Τὸ ἐξ Ἀνατολῆς φῶς… «ΤΟ ΝΗΣΙ»

Κάπου στὴ βόρεια Ῥωσία, σ᾿ ἕνα μικρὸ ὀρθόδοξο μοναστήρι, ἐγκαταβιώνει ἕνας πολὺ ἀσυνήθιστος ἄνθρωπος. Οἱ συμμοναστές του προβληματίζονται ἀπὸ τὴν ἐκκεντρικὴ συμπεριφορά του. Οἱ προσκυνητὲς τῆς Σκήτης θεωροῦν ὅτι ἔχει τὴν δύναμη νὰ θεραπεύει ἀσθένειες, νὰ ἐξορκίζει τοὺς δαίμονες καὶ νὰ προβλέπει τὸ μέλλον. Ὡστόσο, ὁ ἴδιος θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του ἀνάξιο, λόγω μιᾶς ἁμαρτίας ποὺ διέπραξε στὰ νιάτα του. Ἡ ταινία εἶναι μιὰ παραβολή, ποὺ συνδυάζει τὴν σοβιετικὴ καθημερινότητα καὶ τὴν ὀρθόδοξη μοναστικὴ πολιτεία, ἀκραιφνεῖς πρεσβευτὲς ἀντιστοίχως τοῦ ἀθεϊκοῦ ὑλισμοῦ καὶ τῆς ἔνθεης πνευματικότητας.
«Εἶναι μιὰ ταινία γιὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Θεὸς ὑπάρχει. Προκύπτει μιὰ στιγμὴ στὴ ζωή, ποὺ στὸ ἐπίκεντρο βρίσκεται αὐτὸ τὸ σημαντικὸ ζήτημα. Ἐπιπλέον, προσπαθῶ νὰ ἐπεκταθῶ σὲ νέα κινηματογραφικὰ εἴδη, στὴ συγκεκριμένη περίπτωση τὸ εἶδος τῆς ζωῆς τῶν ἁγίων».
Πάβελ Λουνγκίν, Σκηνοθέτης
«Ἔχοντας γιὰ πρωταγωνιστὴ τὸ Ῥῶσο πρώην ρὸκ στὰρ Πιὸτρ Μαμόνοφ στὸ ρόλο ἑνὸς κάτισχνου ἰδιόρρυθμου μοναχοῦ, ὁ ὁποῖος θαυματουργεῖ σὲ ἕνα νησὶ στὴν παγωμένη Λευκὴ Θάλασσα, ὁ σκηνοθέτης Πάβελ Λουνγκὶν ἐκπλήσσει τοὺς ὀπαδούς του μὲ τὸ λιγότερο ἀρρενωπὸ ἀπὸ τὶς ἄλλες του ταινίες, ἀλλὰ παράδοξα συναρπαστικὸ Νησὶ – μιὰ παραβολὴ γιὰ τὴν πίστη καὶ τὴ λύτρωση».
Περιοδικὸ Variety
Σκηνοθεσία: Πάβελ Λουνγκίν / Pavel Lounguine. Παίζουν: Pyotr Mamonov, Viktor Sukhorukov, Dmitry Dyuzhev, Yuri Kuznetsov, Viktoria Isakova
Φιλμογραφία τοῦ σκηνοθέτη: 1990 Taxi Blues, 1993 Luna Park, 1996 Line of Life, 2000 The Wedding, 2002 Tycoon, 2004 Gogol's Dead Souls (TV), 2005 Roots, 2006 The Island, 2007 Lilacs, 2009 The Tsar.
Ἡ ταινία Τὸ νησὶ ἦταν ἡ ἐπίσημη ταινία λήξης τοῦ Φεστιβὰλ Βενετίας.
http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/religions/ostrov_the_movie.htm

Κυριακή 5 Απριλίου 2020

Οι αμαξηλάτες Κορίνθου




Ματθαίου Χ.Ανδρεάδη

Απ΄τα παληά, όπως είδαμε, στην Κόρινθο οι αμαξάδες (αμαξηλάτες λεγόμενοι) υπήρχαν για όλες τις κατευθύνσεις, ιδιαίτερα για το Καλαμάκι και αλλού. Μέχρι δε το 1893 που διανοίχθηκε ο Ισθμός μετέβαιναν και επέστρεφαν απ΄την Κόρινθο στο Λουτράκι αποκλειστικά δια μέσου της Ποσειδωνίας.
Το 1895 οι αμαξηλάτες όλης της χώρας κατέβηκαν σε απεργία,γιατί η κυβέρνηση τους πίεζε να έχουν αναρτημένο το τιμολόγιο των διαδρομών ώστε να μη γίνεται εκμετάλλευση του κόσμου (ενίοτε και 19 φρ.την ώρα!) υποχρεώνοντάς τους ταυτόχρονα να σταθμεύουν σε ορισμένα μέρη.
Και αυτοί απεργώντας, «απέζευξαν τους ίππους των».Κορόϊδευαν οι αργόσχολοι: «Ακούς εκεί να θέλουν να τους βάλουν χαλινούς ενώ αυτοί κρατούν πάντοτε τους χαλινούς!Και τι θα γίνει με τους παρεπιδημούντες ξένους,τους συνοδεύοντες κηδείες,τους προτιθέμενους να συνάψουν γάμους και άλλους;»
Εμφανίστηκαν,έτσι,στους δρόμους οι περιώνυμες σούστες και οι όνοι.«Τα έμαθες;(έλεγαν οι ευφυολόγοι),οι γάϊδαροι έφτασαν 3 δραχμές την ώρα!»
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...