Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 22 Απριλίου 2022

«Παιδική Πασχαλιά» – Διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη [✩audio-book]

 


Τὸν υἱόν της τὸν καπετὰν Κομνιανὸν τὸν ἐπαντρολογοῦσεν ἤδη ἡ γρια-Κομνιανάκαινα, ἂν 〈καὶ〉 δὲν εἶχε χρονίσει ἀκόμη ἡ νύμφη της, ἡ μακαρῖτις. Τὰ δύο ὀρφανά, μία κόρη ὀκταέτις καὶ ἓν τετραετὲς παιδίον, ἐφόρουν μαῦρα, κατάμαυρα, ὁποὺ ἐστενοχώρουν κ᾽ ἐχλώμιαιναν τὰ πτωχὰ κάτισχνα κορμάκια των, καὶ ἦτον καημὸς καρδιᾶς νὰ τὰ βλέπῃ τις. Ἐνθύμιζαν τὸ δημῶδες δίστιχον:

Βαρύτερ᾽ ἀπ᾽ τὰ σίδερα εἶναι τὰ μαῦρα ροῦχα,
γιατὶ τὰ φόρεσα κ᾽ ἐγὼ γιὰ μιὰν ἀγάπη πού ᾽χα.


Συγγραφέας: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1851-1911)

Αφήγηση: Ανδρέας Χατζηδήμου

Πηγή:  Ανοικτή Βιβλιοθήκη 

 [ https://open.spotify.com ]


.

Σάββατο 23 Οκτωβρίου 2021

Νίκου Καββαδία, Του πολέμου και το Άλογό μου

 

Δ. Χαρισιάδη, Έφιππος στρατιώτης. Αλβανικό Μέτωπο. 1940. Μουσείο Μπενάκη


ο Του Πολέμου, που φέρει ημερομηνία 3 Ιανουαρίου 1969, αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο τη συνάντηση με έναν αρβανίτη Τόσκο που έδωσε καταφύγιο στον αφηγητή, στα βουνά της Αλβανίας, στον πόλεμο: "[…] Δώσαμε τα χέρια. Γύρισε τις πλάτες κατώντας το κόνισμα και χάθηκε πίσω από τα δέντρα. Έσυρα τα χαλινάρια και ξεκινήσαμε. Μπροστά, στο ένα τσιγκέλι του σαμαριού, κρεμόταν ένα ταγάρι κριθαρίσια παξιμάδια. Πήρα δύο κι άρχισα να τραγανίζω… Πού αρχνάει ο μύθος, πού φτάνει την αλήθεια, πού η αλήθεια κόβει το μύθο… πού τελειώνει… πού ξεπερνάει… Με τέτοιο τροπάρι, στις δύο είχα φτάσει στο Δέλβινο.". 

Το Στο άλογό μου, που γράφτηκε στο Κούδεσι, τον Μάρτιο 1941, είναι μια σύντομη τρυφερή αποστροφή, ένας μελαγχολικός κουβεντιαστός μονόλογος, στο άλογο που τον συνόδευε στον πόλεμο στην Αλβανία : 

 Το να γράψει κανείς σ' έναν άνθρωπο, είναι ίσως εύκολο στους πολλούς. Το να γράψει σ' ένα ζώο, είναι αφάνταστα δύσκολο. Για τούτο φοβάμαι. Δε θα τα καταφέρω.

Τα χέρια μου έχουνε σκληρύνει από τα λουριά σου, κι η ψυχή μου από άλλη αιτία. Όμως πρέπει. Αισθάνομαι την ανάγκη. Γι' αυτό θα σου γράψω.

Στην αρχή δεν με ήθελες. Καταλάβαινες σε μένα τον άπραγο με το αδύνατο χέρι. Είχες δίκιο. Ίσως για πρώτη φορά έβλεπα άλογο από τόσο κοντά. Τ' άλογα που είχα δει στη ζωή μου ήτανε στα τσίρκα, που τα δουλεύανε κοζάκοι, και στις κούρσες, που τα παίζαν οι άνθρωποι. Αυτό με είχε πειράξει. Δεν είστε προορισμένα για τόσο χαμηλές πράξεις. Ας είναι... Αυτό είναι μιαν άλλη ιστορία, καθώς λέει ο Κίπλινγκ, αυτός που τόσο σας είχε αγαπήσει και ιστορήσει.

Το ξέρω πόσο σε κούρασα. Στραβά φορτωμένο ακολούθησες υποταχτικά στις πορείες της νύχτας. Γρήγορα γίναμε φίλοι. Με συνήθισες. Έπαψα πια να σε χάνω μέσα στ' άλλα τα ζώα της Μονάδας μας. Έπαψα να μη σε γνωρίζω.

Αν αρχίσω τα «θυμάσαι» δε θα τελειώσω ποτέ. Λατρεύω τη συντομία! Θα σου θυμίσω μονάχα τρεις νύχτες μας. (Απορώ με τον εαυτό μου απόψε. Τόσο στοργικά δε μίλησα ποτέ σε κανένα).

Θυμάσαι τη νύχτα με τη βροχή; Ανελέητα κι οι δυο μουσκεμένοι, προχωρούσαμε μέσα στη νύχτα. Μόνοι. Σε οδηγούσα ή με οδηγούσες; Κάρφωνα τα νυσταγμένα μου μάτια στο νυχτερινό παραπέτασμα, όπως δεν τα κάρφωσα τότε που αναζητούσα φανάρια στη Βόρειο θάλασσα. Η όσφρησή σου μας έσωσε. Ένας στάβλος μάς έγινε άσυλο. Παραμερίσαμε το σανό κι ανάψαμε μεγάλη φωτιά. Λέω, ανάψαμε. Εσύ μου 'δινες θάρρος. Ξαπλωμένος σ' άκουα να μασάς. Κατόπι σου μίλησα. Ποτέ δε συμφώνησα με τους ανθρώπους όπως τότε με σένα. Κοιμηθήκαμε συζητώντας. Εγώ ξαπλωμένος στο χόρτο. Εσύ όρθιο. Πόσοι άνθρωποι δεν κοιμούνται όρθιοι περπατώντας δίχως να 'χουν τη δική σου νόηση; Ας είναι...

Η δεύτερη νύχτα: Τότε που μπήκαμε μ' άλλους πολλούς μες στη μάχη. Μπορούσε κοντά από 'κεί να κουβαλήσουμε τραυματίες. Ακούσαμε μαζί τον θόρυβο του πολέμου και τον συνηθίσαμε. Πήραμε το παλικάρι με το πληγωμένο πόδι και φύγαμε. Ποτέ μου δε σε είδα πιο προσεχτικό και τόσο αλαφροπάτητο. Είχες ξεχάσει κείνο το νευρικό σου συνήθειο να πηδάς σηκώνοντας το σαμάρι. Τα 'χες όλα νιώσει ίσως πριν από μένα.

Και τώρα, η νύχτα στο βουνό με τη λάσπη: βαρυφορτωμένοι, κατάκοποι προχωρούσαμε. Είν' αφάνταστη η λύπη κι η κακομοιριά που δοκιμάζεις σαν αισθάνεσαι να 'σαι και να βλέπεις ανθρώπους και ζώα και τα πάντα μες στη λάσπη.

Άλογα και μουλάρια πεσμένα μάς κόψανε το δρόμο. Εμείς προχωρούσαμε. Άξαφνα έπεσες. Πέσαμε θέλω να πω. Με τα δυο σου πόδια σπασμένα, με το κεφάλι χωμένο στις λάσπες. Θυμάσαι πόσο προσπάθησα. Δεν το κατόρθωσα. Πρέπει να νιώσεις καλά πως δε φταίω. Ποτέ δεν προσπάθησα τόσο. Έμεινα δίπλα σου ολόκληρη νύχτα. Πιο πέρα από μας ένας Ιταλός σκοτωμένος. Πάνω μας η Μεγάλη Άρκτος, το Βόρειο Στέμμα, ο Αστερισμός του Ωρίωνα ψιχάλιζαν φως.

Δεν είδα ποτέ πώς πεθαίνουν οι άνθρωποι. Γύρισα πάντα τα μάτια μου από το θάνατο. Μα φαντάζομαι...

Παύω. Φοβάμαι μήπως πω λόγο μεγάλο.

Φυλάω ακόμη το ξυστρί και τη βούρτσα σου. Κι όταν κάποτε κι αυτά θα τα παραδώσω, θα σε φυλάξω στη μνήμη μου.

Οι κάλοι των χεριών μου από τα λουριά σου μου είναι τόσο αγαπητοί, όσο εκείνοι που κάποτε απόχτησα στις θαλασσινές μου πορείες. Θα σου ξαναγράψω!...

Κούδεσι, Μάρτης 1941

[πηγή: Νίκος Καββαδίας, Του πολέμου. Στο άλογό μου, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 1987, σ. 35-39]

 

Παρασκευή 15 Οκτωβρίου 2021

Έμεινε το διάφραγμα ανοιχτό στις αναμνήσεις...

 

 Δίφορη μνήμη  – Γιώργος Θεοχάρης

Έμεινε το διάφραγμα ανοιχτό στις αναμνήσεις.
Υπέρ των ανωνύμων που έγιναν επώνυμοι
μέσα από τα χημικά υγρά στο εμφανιστήριο.

Εδώ με τον πατέρα. Μπροστά στην κομπανία με τα κλαρίνα
Στο κέντρο «Εξοχικόν». Με τα μάτια ορθάνοιχτα
αντίκρυ στη μαγεία του μεγάλου πιάτου με τη λάμπα
και τις αστραπές. Λίγο μετά τον πόλεμο, σ᾽ένα χωριό
πούμαθε τον ηλεκτρισμό μέσ᾽ απ᾽ τα flash του φωτογράφου.
Εκεί στη μονοήμερη εκδρομή. Με μπλε ποδιές. Με τις λευκές
κορδέλες στα μαλλιά. Μαθήτριες που
ανέβαζαν στα μάτια την ψυχή τους και γίνονταν ωραίες
κάθε φορά που αναμέτριοντουσαν στο κλικ της μηχανής.

Έμεινε το διάφραγμα ανοιχτό στη θύμηση.
Χαράσσοντας το negative της ύπαρξης,
το άσπρο και το μαύρο της ζωής μας.
Εκεί λοιπόν επιβιώνει η αλήθεια της ζωής.
Στου άσπρου και του μαύρου τις διαβαθμίσεις.
Σ᾽ εκείνες τις μικρές ασπρόμαυρες φωτογραφίες
θα υπάρξουμε.

~Γιώργος Χ. Θεοχάρης, Foto lux.

 

. Ο Γιώργος Χ. Θεοχάρης μιλάει για το βιβλίο του «Δίφορη μνήμη», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις.

Σάββατο 21 Αυγούστου 2021

ΤΟ ΔΑΣΟΣ ΛΑΜΠΗ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗ

 

Η ηρεμία η απονιά
 Στήσανε τρελό χορό
Πιασμένες χέρι -χέρι
 Καυτό απομεσήμερο
   Κι ο Τζίτζικας
  Ανέμυαλος μαέστρος
 Το ταμπουρά του έπαιζε
 Σε πράσινο πανηγύρι
( Οχ, όξω φτώχεια,
  Κι ας καεί το πελεκούδι
 κι ας πάει,
Ας πάει και το παλιάμπελο!)
 ........................... .............
                   
 Ξάφνου, μία στιγμή,
Το δάσος
 Αλαφιάστηκε
 Αγρίεψε και άστραψε
  Φωτοβολίδες πορφυρές
 Στον Ήλιο
  Έδιωξε τα πουλιά
Απ' τις ανέξοδες φωλιές
 Τραγάνισε το οξυγόνο, καθώς
Δέχτηκε ύπουλα πυρά
Απ' το ανθρακικό οξύ _
 Τ' αντίπαλο δέος.
Παράλληλα,
Σε μια δεύτερη σκέψη
 Διαβίβασε, σε κάθε κατεύθυνση
Επείγον σήμα:
Το S.O.S της απόγνωσης
Να συγκίνηση τον άνεμο
που ούρλιαζε σε ξέφρενο Σιμούν.
 (Για τους ανθρώπους δε λέω
 Αυτοί κοιμούνται μακάρια
Για λόγους ευνοητούς !)
.........................................

Αχ, τα πεύκα μας κλαίω,
Τα πεύκα όλου του κόσμου
Τα καλοσυνάτα τα πεύκα
Τα ολοπράσινα, που χωρίς
Ανταποδοτικό τέλος
Μας χάρισαν απλόχερα:
Το καλοκαίρι
Τη δροσόλουστη σκιά
Ραντισμένη με ζείδωρο
Άρωμα οξυγόνου.
Το χινόπωρο
Το νοτισμένο πράσινο
Το ασίγαστο τραγούδι
Των νεκρών.
Το χειμώνα
Τα ξύλα - προσάναμμα
Στο παραμύθι της Βάβως
Στο ζεστό παραγώνι.
Οχ και την Άνοιξη,
Τη θεά των ταπεινών
Αγριολούλουδων
Με της πολύχρωμες φορεσιές
Τη Φαιδρή συναυλία των πουλιών
Στο Φεστιβάλ της Υπαίθρου
...........................................
Τώρα μαυρίσανε
Δακρίσαν τα μάτια.
Στον ορίζοντα <<ουδέν
λευκόν σημείον>>
Κιτρινήσαν τα σύγνεφα.
Ο Ήλιος - μάρτυς αυτόπτης
Φυγαδευτηκεν  έγκαιρα:
Έγινε καπνός
(Για ν' αποφύγη ίσως,
Τραβήγματα και λιπομαρτυρίες)
Η στάχτη έπνιξε την ανάσα
Απλώθηκε μακρία οδός
Και σπονδός
Σ' ολόμαυρο Κοιμητήριο.
Το έγκλημα τέλειο.
Οι δολοφόνοι άγνωστοι
Οι γερανοί του Ιβύκου
Έλαμψαν με την απουσίας τους!
.................................................
<<Τη δε επαύριον >>  Στο τόπο του εγκλήματος
Υψώθηκε τρόπαιο
Αποτρόπαιο μια
Τεράστια στήλη
Επιτάφια:
ΠΩΛΕΙΤΑΙ.
(Και, για τραγική ειρωνεία
Διασώθηκε άθικτη.
Στη μαύρη τη ράχη
Του Δασαρχείου η
Ρομαντική πινακίδα:
<<Αγαπάτε τα πράσινο >>
Απο την ποιητική συλογή:
 ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗ ΣΤΑ ΠΝΙΧΤΑ ΣΚΟΤΑΔΙΑ ΤΗΣ ΒΙΑΣ.  1967-1974

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2020

Τα Χριστούγεννα του Τεμπέλη του Άλεξανδρου Παπαδιαμάντη

 


Το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη πρωτοδημοσιεύτηκε τα Χριστούγεννα του 1896 στην εφημερίδα Ακρόπολις.

Στην ταβέρνα του Πατσοπούλου, ενώ ο βορράς εφύσα, και υψηλά εις τα βουνά εχιόνιζεν, ένα πρωί, εμβήκε να πίη ένα ρούμι να ζεσταθή ο μαστρο-Παύλος ο Πισκολέτος, διωγμένος από την γυναίκα του, υβρισμένος από την πενθεράν του, δαρμένος από τον κουνιάδον του, ξορκισμένος από την κυρά–Στρατίναν την σπιτονοικοκυράν του, και φασκελωμένος από τον μικρόν τριετή υιόν του, τον οποίον ο προκομμένος ο θείος του εδίδασκεν επιμελώς, όπως και οι γονείς ακόμη πράττουν εις τα «κατώτερα στρώματα», πως να μουντζώνη, να βρίζη, να βλασφημή και να κατεβάζη κάτω Σταυρούς, Παναγιές, κανδήλια, θυμιατά και κόλλυβα. Κι έπειτα, γράψε αθηναϊκά διηγήματα!

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2020

Οι γάτες των φορτηγών ...

Οι ναυτικοί στα φορτηγά πάντα μια γάτα τρέφουν,

που τη λατρεύουνε, χωρίς να ξέρουν το γιατί,

κι αυτή, σαν απ’ τη βάρδια τους σχολάνε κουρασμένοι,

περήφανη στα πόδια τους θα τρέξει να τριφτεί...


Μελοποίηση του ομώνυμου ποιήματος του Νίκου Καββαδία από το συγκρότημα "Ξέμπαρκοι". 

Σάββατο 15 Αυγούστου 2020

Ρεμβασμὸς τοῦ Δεκαπενταυγούστου.

Παναγία η Πρέκλα
τοῦ Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη (1906)
Ἀνάμεσα εἰς συντρίμματα καὶ ἐρείπια, λείψανα παλαιᾶς κατοικίας ἀνθρώπων ἐν μέσῳ ἀγριοσυκῶν, μορεῶν μὲ ἐρυθροὺς καρπούς, εἰς ἔρημον τόπον, ἀπόκρημνον ἀκτὴν πρὸς μίαν παραλίαν βορειοδυτικὴν τῆς νήσου, ὅπου τὴν νύκτα ἑπόμενον ἦτο νὰ βγαίνουν καὶ πολλὰ φαντάσματα, εἴδωλα ψυχῶν κουρασμένων, σκιαὶ ἐπιστρέφουσαι, καθὼς λέγουν, ἀπὸ τὸν ἀσφοδελὸν λειμῶνα, ἀφήνουσαι κενὰς οἰμωγὰς εἰς τὴν ἐρημίαν, θρηνοῦσαι τὸ πάλαι ποτὲ πρόσκαιρον σκήνωμά των εἰς τὸν ἐπάνω κόσμον ― ἐκεῖ ανάμεσα ἐσώζετο ἀκόμη ὁ ναΐσκος τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας.

Κυριακή 2 Αυγούστου 2020

Ο Αύγουστος με την πένα του Νίκου Καζαντζάκη




Ο Αύγουστος ήταν για μένα…
όταν ήμουν παιδί, κι είναι ακόμα, ο πιο αγαπημένος μου μήνας·

αυτός φέρνει, μαθές*,
τα σταφύλια και τα σύκα, τα πεπόνια, τα καρπούζια·
τον ονομάτισα Άγιον Αύγουστο·
αυτός ο προστάτης μου, έλεγα,
σε αυτόν θα κάνω την προσευκή μου·
όταν θέλω τίποτα, από αυτόν θα το ζητώ,
κι αυτός θα το ζητήσει από το Θεό,
κι ο Θεός θα μου το δώσει.
Και μια φορά πήρα νερομπογιές και τον ζωγράφισα:
Έμοιαζε πολύ του παππού μου του χωριάτη·
τα ίδια κόκκινα μάγουλα, το ίδιο φαρδύ χαμόγελο,
μα ήταν ξυπόλυτος μέσα σ’ ένα πατητήρι και πατούσε σταφύλια, και τα πόδια του ως τα γόνατα
κι ως πάνω στα μεριά τα ‘χα ζωγραφίσει κόκκινα από το μούστο· κι είχα στεφανώσει το κεφάλι του με κληματόφυλλα.
Όμως κάτι του ‘λείπε· μα τι;
Τον κοίταξα καλά καλά και του ‘βαλα δυο κέρατα στο κεφάλι, ανάμεσα στα κληματόφυλλα,
γιατί το μαντίλι που φορούσε ο παππούς μου έκανε δεξά και ζερβά δυο μεγάλους κόμπους σαν κέρατα.
Από τη στιγμή
που τον ζωγράφισα και στερέωσα το πρόσωπο του,
στερεώθηκε και μέσα μου η εμπιστοσύνη μου σε αυτόν,
και κάθε χρόνο τον περίμενα να ‘ρθει,
να τρυγήσει τ’ αμπέλια της Κρήτης,
να πατήσει τα σταφύλια και να κάμει το θάμα του,
να βγάλει από τα σταφύλια κρασί.
Γιατί, θυμούμαι, το μυστήριο τούτο με τυράννησε πολύ
πώς μπορεί να γίνει το σταφύλι κρασί·
μονάχα ο Αγιος Αύγουστος μπορούσε να κάμει ένα τέτοιο θάμα· κι έλεγα:
Αχ, να τύχαινε να τον συναπαντήσω
μια μέρα στο αμπέλι που είχαμε απόξω από το Μεγάλο Κάστρο και να τον ρωτήσω να μου πει το μυστικό.
Τι ‘ναι το θάμα τούτο δεν καταλάβαινα.
Η αγουρίδα γίνεται σταφύλι,
το σταφύλι γίνεται κρασί,
το κρασί το πίνουν οι ανθρώποι και μεθούνε· γιατί μεθούνε;
Όλα αυτά μου φαίνουνταν μυστήρια φοβερά,
και μια φορά που ρώτησα τον πατέρα μου,
αυτός μάζεψε τα φρύδια:
«Μη φυτρώνεις εκεί που δε σε σπέρνουν!», μου αποκρίθηκε.
Τον Αύγουστο ξάπλωναν
και στους οψιγιάδες* τα σταφύλια,
να τα ξεράνει ο ήλιος να γίνουν σταφίδα.
Μια χρονιά
είχαμε πάει στο αμπέλι μας και μέναμε στο εξοχικό μας σπιτάκι·
ο αγέρας μύριζε,
η γης καίγουνταν,
τα τζιτζίκια καίγουνταν κι αυτά,
σα να κάθουνταν απάνω σε κάρβουνα αναμμένα.
Τη μέρα εκείνη,
της Κοίμησης της Παναγιάς, 15 Αυγούστου,
οι εργάτες δε δούλευαν
κι ο πατέρας μου κάθουνταν στη ρίζα μιας ελιάς και κάπνιζε· είχαν έρθει γύρα οι γειτόνοι,
που είχαν απλώσει κι αυτοί τη σταφίδα τους,
κάπνιζαν πλάι στον πατέρα μου, αμίλητοι.
Φαίνουνταν στενοχωρημένοι.
Όλοι είχαν καρφώσει τα μάτια
σ’ ένα συννεφάκι
που ‘χε προβάλει στον ουρανό, κατασκότεινο, βουβό,
και προχωρούσε.
Είχα καθίσει κι εγώ κοντά στον πατέρα μου
και κοίταζα το σύννεφο·
μου άρεσε· σκούρο μολυβί, χνουδάτο, κι ολοένα μεγάλωνε, άλλαζε πρόσωπο και κορμί,
πότε σα γεμάτο ασκί,
πότε σα μαυροφτέρουγο όρνιο
και πότε σαν τον ελέφα που είχα δει ζωγραφιά·
κουνούσε την προβοσκίδα του κι έψαχνε ν’ αγγίξει κάτω της γης.
Αεράκι χλιαρό φύσηξε, τα φύλλα της ελιάς ανατρίχιασαν.
Ένας γείτονας πετάχτηκε όρθιος,
άπλωσε το χέρι κατά το σύννεφο που προχωρούσε.
— Ανάθεμά το, μουρμούρισε,
ο Θεός να με βγάλει ψεύτη, φέρνει τον κατακλυσμό!
— Δάγκασε τη γλώσσα σου,
του ‘καμε ένας γέρος θεοφοβούμενος,
δε θα το αφήσει η Παναγιά· σήμερα είναι της χάρης της.
Ο πατέρας μου έγρουξε*,
μα δεν έβγαλε άχνα·
πίστευε στην Παναγιά,
μα δεν πίστευε πως η Παναγιά
μπορεί να κουμαντάρει τα σύννεφα.
Εκεί που μιλούσαν,
ο ουρανός σκεπάστηκε·
οι πρώτες στάλες, χοντρές, ζεστές, άρχισαν να πέφτουν.
Τα σύννεφα χαμήλωσαν,
κίτρινες βουβές αστραπές καταξέσκιζαν τον ουρανό.
— Παναγιά μου, φώναξαν οι γειτόνοι, βοήθεια!
Όλοι πετάχτηκαν απάνω,
κατασκόρπισαν,
καθένας έτρεχε κατά το αμπέλι του,
όπου είχε απλώσει τη σταφίδα της χρονιάς·
κι ως έτρεχαν,
ολοένα και σκοτείνιαζε ο αγέρας,
κρεμάστηκαν μαύρες πλεξούδες από τα σύννεφα,
ξέσπασε η μπόρα.
Γέμισαν τ’ αυλάκια,
πήραν να τρέχουν οι δρόμοι σαν ποταμοί,
φωνές ακούστηκαν γοερές από το κάθε αμπέλι.
Άλλοι βλαστημούσαν,
άλλοι φώναζαν την Παναγιά να τους λυπηθεί,
να βάλει το χέρι της,
και στο τέλος θρήνος
ξέσπασε πίσω από τις ελιές στο κάθε αμπέλι.
Ξέφυγα από το σπιτάκι,
έτρεξα μέσα στη νεροποντή,
παράξενη χαρά με είχε συνεπάρει, σα μεθύσι.
Είχα φτάσει ως το δρόμο,
δεν μπόρεσα να τον περάσω, ήταν ποταμός,
και στάθηκα και κοίταζα:
Μαζί με τα νερά κυλούσαν αγκαλιές αγκαλιές
τα μεσοξεραμένα σταφύλια,
ο μόχτος της χρονιάς, έτρεχαν κατά τη θάλασσα και χάνουνταν. Ο θρήνος δυνάμωνε,
μερικές γυναίκες
είχαν χωθεί ως τα γόνατα μέσα στα νερά και μάχουνταν να περισώσουν λίγη σταφίδα·
άλλες, όρθιες στην άκρα του δρόμου,
είχαν βγάλει τις μπολίδες τους* και συρομαδιούνταν*.
Είχα γίνει μουσκίδι ως το κόκαλο·
πήρα δρόμο κατά το σπιτάκι και μάχουμουν*
να κρύψω τη χαρά μου·
βιάζουμουν να δω τι θα ‘κανε ο πατέρας μου·
θα ‘κλαίγε, θα βλαστημούσε, θα φώναζε;
Περνώντας από τον οψιγιά
είδα πως όλη μας η σταφίδα είχε φύγει.
Τον είδα να στέκεται στο κατώφλι,
ακίνητος,
και δάγκανε τα μουστάκια του.
Πίσω του, όρθια, η μητέρα μου έκλαιγε.
— Πατέρα, φώναξα, πάει η σταφίδα μας!
— Εμείς δεν πάμε, μου αποκρίθηκε· σώπα!
Ποτέ δεν ξέχασα τη στιγμή ετούτη·
θαρρώ
μου στάθηκε στις δύσκολες στιγμές της ζωής μου
μεγάλο μάθημα·
αναθυμόμουν τον πατέρα μου
ήσυχο, ασάλευτο,
να στέκεται στο κατώφλι,
μήτε βλαστημούσε
μήτε παρακαλούσε
μήτε έκλαιγε·
ασάλευτος
κοίταζε τον όλεθρο
κι έσωζε,
μόνος αυτός,
ανάμεσα σε όλους τους γειτόνους,
την αξιοπρέπεια του ανθρώπου.
Νίκος Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2020

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ " ΟΝΕΙΡΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟΥ ΜΕΣΗΜΕΡΙΟΥ" - ΠΙΝΑΚΕΣ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ ΜΕ ΘΕΜΑ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Edward Henry Potthast- A Summer Vacation

 ΑΝΕΒΗΚΑΜΕ στα φτερά των χελιδονιών για να κόψουμε
λουλούδια από τον ουρανό.
 Δεν έχει ο αγέρας του καλοκαιριού κανένα μυστικό για μας που
περπατάμε ξυπόλυτοι στα χόρτα και μιλάμε στα τζιτζίκια τη γλώσσα
του ήλιου.
 Η φωτιά κάηκε ολόκληρη και γίνηκε πάλι φωτιά.
 Φτιάχνουμε λουλουδένια δαχτυλίδια κι αρραβωνιαζόμαστε με τα
δέντρα, με τον αέρα, με την πρώτη σιωπή.
 Κάθε λιθάρι μας ξέρει όπως εμείς ξέρουμε κάθε αστέρι που κοιμάται
στο νερό.
 Τα βράδια οι ακακίες περνούν απέξω απ’ τα παράθυρα μας, πηδάνε
το ανοιχτό περβάζι μας κι αφήνουν στο ποτήρι ένα κλωνάκι ολάνθιστο.
 Φέραμε πάλι στο μεγάλο πράσινο χωράφι τον εύθυμο θεό των
αμπελιών, που απ’ τα γένια του στάζουν οι μούστοι, που τα πόδια του
μοιάζουν με του τράγου κι όμως το βλέμμα του είναι μαλακό και
τρυφερό σαν του Χριστού.

Edward Henry Potthast-In the Summertime

Χτες και προχτές, όλη νύχτα, πασκίζαμε να μετρήσουμε τ’ άστρα.
 Και τ’ άστρα είναι τόσα, όση κι η καρδιά μας, κι η καρδιά μας είναι
πιο πολύ απ’ τ’ άστρα.
 Χτες βράδυ δεν κοιμήθηκαν καθόλου τα παιδιά. Είχανε κλείσει ένα
σωρό τζιτζίκια στο κουτί των μολυβιών, και τα τζιτζίκια τραγουδούσαν
κάτου απ’ το προσκεφάλι τους ένα τραγούδι που το ξέραν τα παιδιά από
πάντα και το ξεχνούσαν με τον ήλιο.
 Χρυσά βατράχια κάθονταν στις άκρες των ποδιών χωρίς να βλέπουν
στα νερά τη σκιά τους, κι ήτανε σα αγάλματα μικρά της ερημιάς και της
γαλήνης.
 Τότε το φεγγάρι σκόνταψε στις ιτιές κι έπεσε στο πυκνό χορτάρι.
 Μεγάλο σούσουρο έγινε στα φύλλα.
 Τρέξανε τα παιδιά, πήραν στα παχουλά τους χέρια το φεγγάρι κι όλη
τη νύχτα παίζανε στον κάμπο.
 Τώρα τα χέρια τους είναι χρυσά, τα πόδια τους χρυσά, κι όπου
πατούν αφήνουνε κάτι μικρά φεγγάρια στο νοτισμένο χώμα.
 Μα, ευτυχώς, οι μεγάλοι δεν ξέρουν πολλά, δεν καλοβλέπουν.
 Μονάχα οι μάνες κάτι υποψιάστηκαν.
 Γι’ αυτό τα παιδιά κρύβουνε τα χρυσωμένα χέρια τους στις άδειες
τσέπες, μην τα μαλώσει η μάνα τους που όλη τη νύχτα παίζανε κρυφά
με το φεγγάρι.
 Κανένας δεν ξέρει τίποτα για μας όταν μιλάμε σιγά στ’ αυτί μιας
πεταλούδας.

Παρασκευή 12 Ιουνίου 2020

ΜΕΛΩΔΙΑ~ΟΛΓΑ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ

Είναι αυτή η σιωπή του Θεού
που ακούει ασάλευτος το δοξάρι,
όταν παίζει το χέρι δεξιοτέχνη.
Είναι η μυστική μάζωξη του ψίθυρου
της σιγαλιάς!
Είναι η θαλπωρή της γλυκιάς
ανυπαρξίας!

Τι όμορφα που ’ναι σαν ξυπνάς,
ορθάνοιχτο να’ χεις το παραθύρι,
το πρωινό να μπει της ρόδινης
αυγής,
να βλέπεις τα χαμόγελα ολάνθιστα
του κόσμου,
καλημέρα τα χείλη να σου λεν!

Χορεύοντας με τις νύμφες τις
αιθέριες,
αναγνωρίζεις αυτή τη λεπτή
απόχρωση της ωριμότητας της
φύσης ∙
το κάθε βλέμμα σου ζωγραφίζει
το φως!

Ο πλούτος των εντυπώσεων
έφτασε τη διάνοιά μου στο
αποκορύφωμά της.

Να φτιάξω ένα τέμενος θέλησα
κάνοντας σπονδές στον Ορφέα,
να ’ρθει τη λύρα του να παίξει
χαρίζοντας δρόμους και δώρα
αρετής,
με σεβασμό οδεύοντας για τ’ αγαθό
και το ωραίο,
καθήκον της ανθρώπινης
ευπραξίας ∙
αμέριστα ισχυρό και αυθεντικό!

Ν’ ανοίξουμε την αγκαλιά μας,
κι ατέλειωτη η χαρά μας, τρανή
κι ανείπωτη,
για τη ζωή που επιλέξαμε,
με αμόλυντη ψυχή,
μέσα στην τέλεια ευδαιμονία να
την ζήσουμε!
ΟΛΓΑ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ
.
.Η Όλγα Κανελλοπούλου-Ντινοδήμου γεννήθηκε στην Αθήνα. Μετά την Ευαγγελική Σχολή Ν. Σμύρνης, σπούδασε φιλοσοφία και ψυχολογία στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Παρακολούθησε μαθήματα τέχνης του λόγου στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο Φ.Ο.Υ. Επιμορφώθηκε στην ιατρική, στο Universita Internasionale Di Medicine στη Ρώμη το 1993. Λαμβάνει ακόμα από ανοικτά Πανεπιστήμια μαθήματα γλωσσολογίας και φιλοσοφίας. Μετά από μαθήματα πιάνου και θεωρίας στο Εθνικό Ωδείο, σπούδασε μουσικολογία στη Santa Cecilia της Πάρμας στην Ιταλία.
Εργάσθηκε ως δημοσιογράφος στα καλλιτεχνικά, στις εφημερίδες Καθημερινή, Ελευθεροτυπία. Kοινωνική Αλήθεια. Συνεργάσθηκε με το περιοδικό «Μουσική». Έδινε διαλέξεις πάνω σε μουσικά θέματα και έγραφε κριτική για τη Λυρική Σκηνή και για το καλλιτεχνικό γραφείο του Γεωργίου Κουράκου.
Το 1979 ίδρυσε τον Σύλλογο «ΛΙΝΟΣ», διοργανώνοντας Μουσικοποιητικές βραδιές και Διαλέξεις. Το 1980 ίδρυσε την παιδική χορωδία του δήμου Δάφνης και είχε τη διεύθυνσή της.. 

Δευτέρα 20 Απριλίου 2020

ΠΑΣΧΑ ΡΩΜΕΪΚΟ (ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ)

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης - Βικιπαίδεια

Ὁ μπαρμπα-Πύπης, ὁ γηραιὸς φίλος μου, εἶχεν ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ καπέλα, διαφόρων χρωμάτων, σχημάτων καὶ μεγεθῶν, ὅλα ἐκ παλαιοῦ χρόνου καὶ ὅλα κατακαίνουργια, τὰ ὁποῖα ἐφόρει ἐκ περιτροπῆς μετὰ τοῦ εὐπρεποῦς μαύρου ἱματίου του κατὰ τὰς μεγάλας ἑορτὰς τοῦ ἐνιαυτοῦ, ὁπόταν ἔκαμνε δύο ἢ τρεῖς περιπάτους ἀπὸ τῆς μιᾶς πλατείας εἰς τὴν ἄλλην, διὰ τῆς ὁδοῦ Σταδίου. Ὁσάκις ἐφόρει τὸν καθημερινὸν κοῦκόν του, μὲ τὸ σάλι του διπλωμένον εἰς ὀκτὼ ἢ δεκαὲξ δίπλας ἐπὶ τοῦ ὤμου, συνήθιζε νὰ κάθηται ἐπί τινας ὥρας εἰς τὸ γειτονικὸν παντοπωλεῖον, ὑποπίνων συνήθως μετὰ τῶν φίλων, καὶ ἦτο στωμύλος καὶ διηγεῖτο πολλὰ κ᾽ ἐμειδία πρὸς αὐτούς.

Κυριακή 19 Απριλίου 2020

ΠΑΣΧΑ ΣΤΑ ΠΕΛΑΓΑ - Α. ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑ

 Τὸ πλοῖο ὁλοσκότεινο ἔσχιζε τὰ νερὰ ζητώντας ἀνυπόμονα τὸ λιμάνι του. Δὲν εἶχε ἄλλο φῶς παρὰ τὰ δύο χρωματιστὰ φανάρια τῆς γέφυρας ζερβόδεξα· ἕνα ἄλλο φανάρι ἄσπρο ἀκτινοβόλο ψηλὰ εἰς τὸ πλωριὸ κατάρτι καὶ ἄλλο ἕνα μικρὸ πίσω εἰς τὴν πρύμη του. Τίποτε ἄλλο. Οἱ ἐπιβάτες ἦσαν ὅλοι ξαπλωμένοι στὶς κοκέτες τους, ἄλλοι παραδομένοι στὸν ὕπνο καὶ ἄλλοι στοὺς συλλογισμούς. Οἱ ναῦτες καὶ θερμαστές, ὅσοι δὲν εἶχαν ὑπηρεσία ἐροχάλιζαν εἰς τὰ γιατάκια τους. Ὁ καπετάνιος μὲ τὸν τιμονιέρη ὀρθοὶ στὴ γέφυρα, μαῦροι ἴσκιοι, σχεδὸν ἐναέριοι, ἔλεγες πὼς ἦσαν πνεύματα καλόγνωμα, ποὺ ἐκυβερνοῦσαν στὸ χάος τὴν τύχη τοῦ τυφλοῦ σκάφους καὶ τῶν κοιμωμένων ἀνθρώπων.

Ἔξαφνα ἡ καμπάνα τῆς γέφυρας ἐσήμανε μεσάνυχτα. Μεσάνυχτα ἐσήμανε καὶ ἡ καμπάνα τῆς πλώρης. Τὸ καμπανοχτύπημα γοργό, χαρούμενο, ἐπέμενε νὰ ρίχνῃ τόνους μεταλλικοὺς περίγυρα, κάτω στὴ σκοτεινὴ θάλασσα καὶ ψηλὰ στὸν ἀστροφώτιστο οὐρανὸ καὶ νὰ κράζῃ ὅλους εἰς τὸ κατάστρωμα. Καὶ μὲ μιᾶς τὸ σκοτεινὸ πλοῖο ἐπλημμύρισεν ἀπὸ φῶς, ἀπὸ θόρυβο, ἀπὸ ζωή. Ἄφησε τὸ πλήρωμα τὰ γιατάκια του καὶ οἱ ἐπιβάτες τὶς κοκέτες τους.

Ἐμπρὸς εἰς τὴν πλώρη καὶ εἰς τὴν πρύμη πίσω ἀνυπόμονες ἔφευγαν ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ ναύκληρου οἱ σαΐτες, ἔφθαναν λὲς τ᾿ ἀστέρια κι ἔπειτα ἔσβηναν στὴν ἄβυσσο, πρασινοκόκκινα πεφτάστερα.

Τὰ ξάρτια, τὰ σχοινιά, οἱ κουπαστὲς ἔλαμπαν σὰν ἐπιτάφιοι ἀπὸ τὰ κεριά. Καὶ δὲν ἦταν ἐκείνη τὴ στιγμὴ τὸ καράβι παρὰ ἕνα μεγάλο πολυκάντηλο, ποὺ ἔφευγε ἀπάνω στὰ νερὰ σὰν πυροτέχνημα.

Ἡ γέφυρα στρωμένη μὲ μία μεγάλη σημαία ἐμοίαζε ἁγιατράπεζα. Ἕνα κανίστρι μὲ κόκκινα αὐγὰ καὶ ἄλλο μὲ λαμπροκούλουρα ἦταν ἀπάνω. Ὁ πλοίαρχος σοβαρὸς μὲ ἕνα κερὶ ἀναμμένο στὸ χέρι ἄρχισε νὰ ψέλνῃ τὸ Χριστὸς Ἀνέστη. Τὸ πλήρωμα κι οἱ ἐπιβάτες γύρω του, ξεσκούφωτοι καὶ μὲ τὰ κεριὰ στὰ χέρια, ξανάλεγαν τὸ τροπάρι ρυθμικὰ καὶ μὲ κατάνυξη.

- Χρόνια πολλά, κύριοι!... Χρόνια πολλά, παιδιά μου!.. εὐχήθηκε ἅμα ἐτέλειωσε τὸν ψαλμό, γυρίζοντας πρῶτα στοὺς ἐπιβάτες κι ἔπειτα στὸ πλήρωμα ὁ πλοίαρχος.

- Χρόνια πολλὰ καπετάνιε! χρόνια πολλά!... ἀπάντησαν ἐκεῖνοι ὁμόφωνοι.

- Καὶ τοῦ χρόνου στὰ σπίτια σας, κύριοι! Καὶ τοῦ χρόνου στὰ σπίτια μας παιδιά! ἐξαναεῖπε ὁ πλοίαρχος, ἐνῶ ἕνα μαργαριτάρι ἐφάνη στὴν ἄκρη τῶν ματιῶν του.

- Καὶ τοῦ χρόνου στὰ σπίτια μας, καπετάνιε!

Ἔπειτα ἐπέρασε ἕνας ἕνας, πρῶτα οἱ ἐπιβάτες ἔπειτα τὸ πλήρωμα, ἐπῆραν ἀπὸ τὸ χέρι του τὸ κόκκινο αὐγὸ καὶ τὸ λαμπροκούλουρο καὶ ἄρχισαν πάλι οἱ εὐχὲς καὶ τὰ φιλήματα:

- Χριστὸς Ἀνέστη.

- Ἀληθινὸς ὁ Κύριος.

- Καὶ τοῦ χρόνου σπίτια μας...

Οἱ ἐπιβάτες ἐτράβηξαν στὰς θέσεις τους νὰ φᾶνε τὴ μαγερίτσα. Οἱ ναῦτες ζευγαρωτὰ στοὺς διαδρόμους, ἐφίριραν τ᾿ αὐγά τους, ἐγελοῦσαν, ἐσπρώχνοντο συναμεταξύ τους, ἔτρωγαν λαίμαργα, ἐκαλοχρονίζοντο σοβαρὰ καὶ κοροϊδευτικά.

Ἔπαψε τὸ καμπανοχτύπημα· ἕνα ἕνα ἔσβησαν τὰ κεριά. Τὸ καράβι ἐβυθίστηκε πάλι στὴν ἡσυχία του. Ὁ καπετάνιος καὶ ὁ τιμονιέρης καταμόναχοι ἐπάνω στὴ γέφυρα, πνεύματα θαρρεῖς ἐναέρια, ἐξακολουθοῦσαν τὴ δουλειά τους σιωπηλοὶ καὶ ἄγρυπνοι:

- Ἕνα κάρτο μαΐστρο!

- Μαΐστρο!

- Γραμμή!

- Γραμμή!

Καὶ τὸ πλοῖο ὁλοσκότεινο πάλι ἐξακολούθησε νὰ σχίζῃ τὰ νερά, ζητώντας ἀνυπόμονα τὸ λιμάνι του.

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΟΥ ΠΑΣΧΑ Γρηγόριος Ξενόπουλος

Η «Διάπλασις των Παίδων», ο Γρηγόριος Ξενόπουλος και οι μεγάλες ...

Aγαπητοί μου,

Aυτές τις ημέρες ξαναγυρίζω πάντα στα παιδικά μου χρόνια. Kαι θυμάμαι τις θαυμάσιες εκείνες γιορτές που χαιρόμουν στην πατρίδα μου, όταν ήμουν μικρό αμέριμνο παιδί κι είχα τους καλούς μου γονείς να με φροντίζουν και να μ’ οδηγούν σε όλα. Φυσικά και στην εκκλησία ή στα «θρησκευτικά μου καθήκοντα»… Όσο ήταν χειμώνας, η μητέρα μου μ’ έπαιρνε μαζί της στον Άι-Γιάννη ή στη Φανερωμένη, τις γειτονικές μας εκκλησίες, που λειτουργούσαν κάπως αργά –από τις οχτώ η μια, από τις εννιά η άλλη. Mα όταν έμπαινε η άνοιξη, που μπορούσα να ξυπνώ και να βγαίνω πιο πρωί, ο πατέρας μου μ’ έπαιρνε στην Eπισκοπιανή ή στον Άγιο Xαράλαμπο, εξοχικές εκκλησίτσες αυτές, σ’ ένα ωραίο παραθαλάσσιο προάστιο, που λειτουργούσαν από τις επτά. Mετά τη λειτουργία, κάναμε κι έναν ωραίο περίπατο στους Kήπους και γυρίζαμε λιγάκι κουρασμένοι μα πολύ ευχαριστημένοι κι οι δυο.
          Ω, ήταν τόσο όμορφα! H άνοιξη είχε στολισμένες τις πρασινάδες με μαργαρίτες άσπρες και κίτρινες, με ολοκόκκινες παπαρούνες και μ’ άλλα γαλάζια ή μαβιά αγριολούλουδα. Tι πολύχρωμο το χαλί που απλωνόταν στα χωράφια! Tο έβλεπα κι από την ανοιχτή πόρτα της εκκλησιάς, καθώς άκουγα τα ψαλσίματα, τις ευχές και τα ευαγγέλια. Tα ευαγγέλια προπάντων μ’ άρεσαν πολύ. Eίναι τόσο ποιητικά αυτά που λένε πριν και μετά το Πάσχα. Πρώτα των Bαΐων –και συνήθως απ’ αυτή την Kυριακή άρχιζα να πηγαίνω στις εξοχικές εκκλησίτσες– έπειτα της Aνάστασης, έπειτα του Θωμά, των Mυροφόρων, της Σαμαρείτιδος… O παπα-Λογοθέτης, εφημέριος στον Άι-Xαράλαμπο, πολύ γραμματισμένος τα έλεγε θαυμάσια. Kι όχι ψαλτά με μπάσα και σικόντα, όπως σ’ άλλες εκκλησιές· αλλά διαβαστά, καθαρά, σταράτα, λέξη προς λέξη, και μ’ έκφραση, με τόνο ώστε να καταλαβαίνει το νόημα κι ο αγράμματος. Kι αλήθεια, στις εκκλησίτσες εκείνες το περισσότερο πήγαιναν απλοί, ταπεινοί άνθρωποι του λαού –ψαράδες, βαρκάρηδες, κηπουροί, μυλωνάδες. Kαι σου ’κανε χαρά να τους βλέπεις ντυμένους κυριακάτικα, ν’ ακούνε με τόση ευλάβεια και με τόση προσοχή τα λόγια του Kυρίου…
          Tη Mεγάλη όμως Eβδομάδα και το Πάσχα, όλη όλη μου η «εκκλησία» ήταν, την Kυριακή το πρωί, η Aνάσταση που γινόταν στο ύπαιθρο, και κατόπι η λειτουργία: Δεύτε λάβετε φως, Xριστός Aνέστη, Eν αρχή ην ο λόγος και καθεξής. Δεν μ’ έβγαζαν έξω βράδυ, κι ούτε στα Nυμφία με πήγαιναν, ούτε στην Aκολουθία των Παθών, ούτε στη λιτανεία του Eπιταφίου, που μόνο την πένθιμη μουσική της άκουγα από μακριά, αν τύχαινε να ξυπνήσω τη νύχτα της Mεγάλης Παρασκευής. Έτσι δεν ήξερα καλά τι προηγήθηκε απ’ την Aνάσταση. Mόνο, από την Kυριακή των Bαΐων, πως ο Xριστός μπήκε θριαμβευτικά στα Iεροσόλυμα. Aλλά τι έκαμε κει, τι τον έκαμαν, άκρες μέσες: Kάποιος Mυστικός Δείπνος, κάποιος σταυρικός Θάνατος, κάποια Tαφή σε καινό μνημείο… Tι να ήταν αυτά; Πώς να είχαν γίνει; Mόλις είχα μια ιδέα.
          Kι άξαφνα… τα έμαθα όλα! Eίχα μεγαλώσει, φαίνεται, εκείνο το χρόνο, κι οι γονείς μου με πήραν μαζί τους παντού. Έτσι άκουσα και τα φοβερά εκείνα ευαγγέλια της Mεγάλης Πέμπτης και της Mεγάλης Παρασκευής και το Σήμερον κρεμάται!… Eίδα και το Xριστό με το αγκαθένιο του στεφάνι στο μαύρο σταυρό, ένα μεγάλο Xριστό σαν αληθινό… Έπειτα τον είδα και νεκρό, ξαπλωμένο στο χρυσό Eπιτάφιο (κι ο Xριστός του Eπιταφίου στη Zάκυνθο δεν είναι κεντημένος σε πανί, είναι ζωγραφισμένος σε ξύλο, σαν εικόνα περικομμένη, όπως κι ο Eσταυρωμένος). Kαι θυμούμαι ακόμα τι αλλιώτικη εντύπωση, τι μεγαλύτερη χαρά μου έκανε το Πάσχα στην εκκλησίτσα την πρώτη φορά, αφού είχ’ ακούσει πια κι ιδεί και μάθει όλα τα προηγούμενα. Mπορώ να πω πως αυτό ήταν το πρώτο μου Πάσχα.
          Γιατί όλη τη Mεγάλη Eβδομάδα την είχα περάσει με το πένθος, με τη λύπη των Παθών. Eίχα παρακολουθήσει το Xριστό στο μαρτύριό του, στην αγωνία του, στο θάνατό του· είχ’ ακούσει και τη Διαθήκη του, είχα παρακαθίσει και στο Mυστικό Δείπνο, είχ’ ακολουθήσει και την εκφορά του, κλαίγοντας μαζί με τη Θλιμμένη Mητέρα, που κι αυτή ακολουθούσε ζωγραφιστή σε μια μεγάλη εικόνα σαν αληθινή: ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον … Γι’ αυτό το Xριστός Aνέστη μου έκαμε ύστερα τόση χαρά, τόση αγαλλίαση· γι’ αυτό μου φάνηκε σα μιαν υπέρτατη ικανοποίηση, σα μια νίκη, σαν ένας θρίαμβος. Eκείνος που φόρεσε για εμπαιγμό ψεύτικη πορφύρα. Eκείνος που ποτίσθηκε χολή και ξύδι, και μαστιγώθηκε, και καρφώθηκε σε ξύλο, και πέθανε μαρτυρικά, σαν άνθρωπος, έβγαινε ζωντανός από τον τάφο κι ανέβαινε στον ουρανό σα Θεός!
          Έτσι έπρεπε να είναι. Για να μου δώσει τόση χαρά η Aνάσταση, έπρεπε να προηγηθεί το Πάθος· για να μου κάμει τόση εντύπωση το Πάσχα, έπρεπε να γνωρίσω τη Mεγάλη Eβδομάδα. Mαθαίνοντας όσα έμαθα εκείνο το χρόνο, μάθαινα τη ζωή, που ώς τότε ήμουν πολύ μικρός για να την ξέρω, αφού οι γονείς που με φρόντιζαν και μ’ οδηγούσαν, δεν με πήγαιναν παρά στις χαρούμενες κυριακάτικες λειτουργίες και με προφύλαγαν απ’ τα λυπητερά, που δεν ήταν ακόμα για μένα. Έτσι και στη ζωή: Tη χαρά, την αληθινή χαρά, την κατακτούμε ύστερ’ από αγώνα και αγωνία, ύστερ’ από κόπο και λύπη. Πριν από κάθε μας Πάσχα, πρέπει να περάσουμε μια Mεγάλη Eβδομάδα.
          Ω, αυτό το ξέρετε και σεις απο τώρα. Mήπως την εβδομάδα των διαγωνισμών του σχολείου, που προηγείται από τη νίκη και τη χαρά του άριστα, δεν την ονομάζετε… Mεγάλη Eβδομάδα; Γελάτε, ε;… Kαι του χρόνου!

(Απο το περιοδικό Η Διάπλασις των Παίδων)

Σάββατο 18 Απριλίου 2020

Των θυρών κεκλεισμένων




Συμβαίνει να σωπαίνει κάποτε η Εκκλησία,
παρ’ όλο που τελείται γιορτή επιβλητική.
Μην έχοντας καμπάνες, άμφια και λιτανεία,
ξεχύνεται η διάθεση όλη η εορταστική
στην εσωτερική πια λατρεία, καθιερωμένη
σε τέτοιες περιστάσεις. Καθώς ο διπλανός σου
αγνοεί τι πανηγύρι μέσα σου έχει στηθεί,
μια και δεν συμμετέχει σε τίποτα γνωστό του,
ξυπνάει και σ΄ αντικρύζει κι’ ευθύς αναρωτάται:
πώς έτσι ο γείτονάς μου ξανάνθισε αδοκήτως;
ποιο Πάσχα του Κυρίου, έξω ταγμένου χρόνου,
γιορτάζει εν αγνοία των άλλων χριστιανών;
Αδιάφορος προς όλα, ο κρύφιος εορταστής.
Paratum est cor ejus για τη σπουδαία θυσία.
Στολίζει τους βωμούς του, υψώνει τη Χαρά
και τη μετουσιώνει σε σκεύη αχτιδωτά.
Μ΄ ευλάβεια αναλίσκει το περιεχόμενό τους
κι ύστερα κάμνει απόλυση, τελείως μεταρσιωμένος.
Σημαίνουν τότε εντός του μυριάδες οι καμπάνες,
με τέτοιο αλαλαγμό τους, που ουδέποτε χαλκός
τραγούδησε στη γη μας με τόσην ευφροσύνη,
με τόση φωτεινότητα και τόσο διαυγώς.

ΤΑΚΗΣ ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ (1895-1976)

Τετάρτη 15 Απριλίου 2020

«Οι πόνοι της Παναγιάς» Κώστα Βάρναλη.


Το ποίημα ανήκει στο πρώτο μέρος της ποιητικής σύνθεσης Σκλάβοι Πολιορκημένοι, η οποία εκδόθηκε το 1927. Ο ποιητής, ακολουθώντας τη δημοτική μας παράδοση, χρησιμοποιεί τη μορφή της Παναγιάς, για να εκφράσει τον ανθρώπινο πόνο της μάνας· η Παναγιά κατέχεται από τα τρυφερότερα συναισθήματα για το παιδί που πρόκειται να γεννήσει, αλλά και από κακά προαισθήματα για την τύχη που το περιμένει.

Τετάρτη 8 Απριλίου 2020

Ζωή Καρέλλη, Της σελήνης (II)


Αργυρόηχη, μελίχροη, χρυσορόδινη,
μειλιχόμειδη ερωμένη, ασύλληπτη.
Ηδονή ομιχλώδης η χάρη σου, η καλλονή
πάρα πολύ σιωπηλή,
βασίλισσα
στο μαβί, στιλπνό στερέωμα,
του σκοταδιού αργυρή αρχόντισσα, μακρινή.

Είναι το φως σου παράξενα οδυνηρό
και μαγικό, σαν τη σκιά
εκείνων που αγαπήσαμε τρυφερά
και ξανάρχονται να μας ψιθυρίσουν,
να πουν για τ’ ανύπαρχτα, για τα φανταστικά,
για κείνα τα μυστικά,
που μόνο οι ανήσυχες ψυχές
έχουν μέσα τους.
Παρηγοριά εκείνων που γνωρίζουν τη μοναξιά,
την πλήρη ονείρων κατάσταση
που το φως σου ξυπνά,
καθώς τις σκιές διαπερνά,
δίχως να τις κυνηγά να φύγουν.

Τόσο υπερήφανη, ασυγκίνητη στην εμορφιά σου
λάμψη διαβρωτική, ύπουλα διαπεραστική
εντός μου σταλάζεις
τα μυστικά της νύχτας.
Από τη συλλογή Το πλοίο (1955) της Ζωής Καρέλλη

Πηγή: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τόμος πρώτος (1940-1955) [Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973]

Τρίτη 10 Μαρτίου 2020

Οι παλιές φωτογραφίες πάντα θα θυμίζουν τις στιγμές μας.





Μια φωτογραφία αξίζει, πραγματικά όσο χίλιες λέξεις! Αιχμαλωτίζει και καταγράφει τις ωραιότερες αναμνήσεις της ζωής μας, ώστε να μπορούμε να τις ξαναζήσουμε έπειτα από χρόνια…
Για δες, το παιδικό μου πορτραίτο με αθώο και ειλικρινή βλέμμα !!!
Ποτέ δεν θα κοιτάξω ξανά με τόσο «απονήρευτη» ματιά τον κόσμο,
πάντοτε θα έχω έναν λόγο να δυσπιστώ ως ενήλικας ..
Ως παιδί έβλεπα θαύματα να συμβαίνουν μπροστά μου, ή νόμιζα τουλάχιστον ότι συνέβησαν επειδή έτσι το ήθελε η φαντασία μου …
Μου αρέσει πολύ να κοιτώ φωτογραφίες «απ’ τα παλιά»…
Απ’ τις «κανονικές φωτογραφίες».
Αυτές που τις αγγίζεις, τις μυρίζεις, τις κρατάς στα χέρια σου κι είναι σαν να βγάζεις «περίπατο» ολόκληρη τη ζωή σου που την είχες φυλαγμένη σε κουτιά και σε σελίδες με ρυζόχαρτο…
Φωτογραφίες… κι αν δεν έχουν προσφέρει ατέλειωτες ώρες διασκέδασης στα παιδιά μου, και σε μένα την ευκαιρία να ξανασκεφτώ με χαρά και τρυφερότητα , πρόσωπα και γεγονότα που σήμαιναν τόσα πολλά για μένα…
Στιγμές σκόρπιες μιας ζωής, στιγμές που βλέποντάς τες τυπωμένες τις αναπολείς και τις ξαναζείς…
Στιγμές που φέρνουν δάκρυα συγκίνησης, άλλοτε χαράς κι άλλοτε λύπης, καθώς τις περνάς από τα χέρια σου ξανά…
Στιγμές με ανθρώπους που πέρασαν και φύγαν και μ’ άλλους που είναι δίπλα σου ακόμη και με την παρουσία τους κοσμούν όλο και περισσότερες φωτογραφίες σου, συνθέτοντας μαζί σου, τα «άλμπουμ της ζωής σου»…
Όλες οι φωτογραφίες που υπάρχουν στα άλμπουμ τακτοποιημένες αλλά κι οι άλλες που είναι σκόρπιες σε κουτιά «παλιές» λογίζονται και είναι, μιας κι η επέλαση της τεχνολογίας στη ζωή μας είχε και αυτό το κακό…
Οι φωτογραφίες μας πλέον είναι κρατημένες σε μνήμες κινητών, σκληρούς δίσκους και κάρτες SD και στα μόνα άλμπουμ που ευελπιστούν να υπάρξουν είναι αυτά των social media!
Υπάρχει πάντα ο κίνδυνος με το πάτημα ενός κουμπιού, με μιας λάθος κίνησης, να διαγραφούν και να χαθούν για πάντα οι στιγμές μας!…
Οι στιγμές που θεωρήσαμε αξιομνημόνευτες και τις φυλακίσαμε σ’ ένα κλικ…
Καλή η τεχνολογία, κι η υψηλή ανάλυση, κι η δυνατότητα ν’ αποτυπώσεις τέλεια τη στιγμή, δε λέω, αλλά, ξεφυλλίζοντας τις σελίδες των άλμπουμ έχεις μια άλλη αίσθηση…
Νιώθεις μια νοσταλγία για την εποχή εκείνη που οι φωτογραφικές έπαιρναν φιλμ και αποτύπωνες τη στιγμή χωρίς να ξέρεις αν πέτυχε ή όχι…
Φιλμ, αρνητικά κι η μυρωδιά της φρεσκοτυπωμένης φωτογραφίας γινόταν ένα με την αγωνία που ζωγραφίζονταν στα μάτια καθώς τις περνούσες πρώτα γρήγορα γρήγορα μία μία, να δεις τι έβγαλες!
Κι ας μην είχες τη δυνατότητα βελτίωσης, κι ας πλήρωνες το κάθε κλικ, κι ας σε απογοήτευε το αποτέλεσμα τις πιο πολλές φορές!
Είχε κι αυτό τη μαγεία του!
Σημασία έχει, ότι δε πετούσες τη «στιγμή σου», την κρατούσες φυλαγμένη… και μετά από χρόνια όταν την ξαναέβρισκες, δεν ήταν η λήψη που σ’ απογοήτευε πια, ούτε το φόντο, παρά η αλήθεια πως ο χρόνος που περνά είναι αμείλικτος και δε δίνει ασυλία σε κανέναν και τίποτα!
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...