Οδοιπορικό στη Μικρά Ασία, το οποίο αποτελείται από τέσσερα ημίωρα ντοκιμαντέρ. Μέσα από το διάλογο δύο ψυχών που αναζητούν τις ρίζες τους περιηγούμαστε είκοσι πόλεις των μικρασιατικών παραλίων -από την 'Ασσο έως τα Μύρα- και ανακαλύπτουμε την ιστορία τους διαχρονικά. Η σειρά εμπλουτίζεται με τρισδιάστατες αναπαραστάσεις μνημείων.
Από την 'Ασσο στο Αϊβαλί
Η περιήγηση ξεκινά από την 'Ασσο, την αποικία των Μηθυμναίων, που ιδρύθηκε στις αρχές της πρώτης χιλιετίας π.Χ. Ήταν μία από τις σημαντικότερες πόλεις των μικρασιατικών παραλίων απέναντι από τη Λέσβο. Η πόλη είχε τα ωραιότερα τείχη του ελληνικού κόσμου, που χρονολογούνται στη Βυζαντινή εποχή. Ο κινηματογραφικός φακός εστιάζει στο ναό της θεάς Αθηνάς, στην Παλαίστρα, στο θέατρο, στην Αγορά, στη Νεκρόπολη.
Επόμενος σταθμός είναι η Πέργαμος, ένα αξιόλογο πνευματικό κέντρο του αρχαίου κόσμου, που συγκέντρωσε τα πρωτεία στις τέχνες, τις επιστήμες και τα γράμματα. Την πόλη κοσμούν δύο σημαντικά μνημεία: η Βιβλιοθήκη και το Ασκληπιείο, το οποίο χτίστηκε την εποχή του αυτοκράτορα Αδριανού και ήταν κέντρο θεραπευτικής αγωγής και λατρείας. Μέσα από τους διαλόγους των δύο προσώπων ξαναζωντανεύουν σημαντικές περίοδοι της ιστορίας της πόλης: τον 8ο αιώνα π.Χ. πρωτοκατοικήθηκε από τους Αιολείς, στην Ελληνιστική εποχή γνώρισε σημαντική οικονομική και πνευματική ακμή και από τους Χριστιανικούς χρόνους διασώζεται ο ναός του Αγίου Αντίπα, που θεωρείται ότι ήταν ο πρώτος μάρτυρας του Χριστιανισμού στη Μικρά Ασία. Η Πέργαμος δεν ήταν παρά ένας απέραντος τόπος λατρείας, γεμάτος ιερά, όπως το Ηρώο, που ήταν αφιερωμένο στη μνήμη των βασιλέων της πόλης, το Τραϊάνειο, ο ναός του Τραϊανού, το Σεραπείο.
Το οδοιπορικό συνεχίζεται στο Αϊβαλί, τις παλιές Κυδωνίες, μια πόλη ξεχωριστής ομορφιάς την εποχή της ακμής της. Τότε οι εκκλησίες και τα μοναστήρια συνυπήρχαν με τα εμπορικά κτήρια και έδιναν μια εικόνα της δημιουργικότητας και της θρησκευτικότητας του Ελληνισμού.
ο Του Πολέμου, που φέρει ημερομηνία 3 Ιανουαρίου 1969, αφηγείται σε
πρώτο πρόσωπο τη συνάντηση με έναν αρβανίτη Τόσκο που έδωσε καταφύγιο
στον αφηγητή, στα βουνά της Αλβανίας, στον πόλεμο: "[…] Δώσαμε τα χέρια.
Γύρισε τις πλάτες κατώντας το κόνισμα και χάθηκε πίσω από τα δέντρα.
Έσυρα τα χαλινάρια και ξεκινήσαμε. Μπροστά, στο ένα τσιγκέλι του
σαμαριού, κρεμόταν ένα ταγάρι κριθαρίσια παξιμάδια. Πήρα δύο κι άρχισα
να τραγανίζω… Πού αρχνάει ο μύθος, πού φτάνει την αλήθεια, πού η αλήθεια
κόβει το μύθο… πού τελειώνει… πού ξεπερνάει… Με τέτοιο τροπάρι, στις
δύο είχα φτάσει στο Δέλβινο.".
Το Στο άλογό μου, που γράφτηκε στο Κούδεσι, τον Μάρτιο 1941, είναι μια
σύντομη τρυφερή αποστροφή, ένας μελαγχολικός κουβεντιαστός μονόλογος,
στο άλογο που τον συνόδευε στον πόλεμο στην Αλβανία :
Το να γράψει κανείς σ' έναν άνθρωπο, είναι ίσως εύκολο στους
πολλούς. Το να γράψει σ' ένα ζώο, είναι αφάνταστα δύσκολο. Για τούτο
φοβάμαι. Δε θα τα καταφέρω.
Τα χέρια μου έχουνε σκληρύνει από τα λουριά σου, κι η ψυχή
μου από άλλη αιτία. Όμως πρέπει. Αισθάνομαι την ανάγκη. Γι' αυτό θα σου
γράψω.
Στην αρχή δεν με ήθελες. Καταλάβαινες σε μένα τον άπραγο με
το αδύνατο χέρι. Είχες δίκιο. Ίσως για πρώτη φορά έβλεπα άλογο από τόσο
κοντά. Τ' άλογα που είχα δει στη ζωή μου ήτανε στα τσίρκα, που τα
δουλεύανε κοζάκοι, και στις κούρσες, που τα παίζαν οι άνθρωποι. Αυτό με
είχε πειράξει. Δεν είστε προορισμένα για τόσο χαμηλές πράξεις. Ας
είναι... Αυτό είναι μιαν άλλη ιστορία, καθώς λέει ο Κίπλινγκ, αυτός που
τόσο σας είχε αγαπήσει και ιστορήσει.
Το ξέρω πόσο σε κούρασα. Στραβά φορτωμένο ακολούθησες
υποταχτικά στις πορείες της νύχτας. Γρήγορα γίναμε φίλοι. Με συνήθισες.
Έπαψα πια να σε χάνω μέσα στ' άλλα τα ζώα της Μονάδας μας. Έπαψα να μη
σε γνωρίζω.
Αν αρχίσω τα «θυμάσαι» δε θα τελειώσω ποτέ. Λατρεύω τη
συντομία! Θα σου θυμίσω μονάχα τρεις νύχτες μας. (Απορώ με τον εαυτό μου
απόψε. Τόσο στοργικά δε μίλησα ποτέ σε κανένα).
Θυμάσαι τη νύχτα με τη βροχή; Ανελέητα κι οι δυο μουσκεμένοι,
προχωρούσαμε μέσα στη νύχτα. Μόνοι. Σε οδηγούσα ή με οδηγούσες; Κάρφωνα
τα νυσταγμένα μου μάτια στο νυχτερινό παραπέτασμα, όπως δεν τα κάρφωσα
τότε που αναζητούσα φανάρια στη Βόρειο θάλασσα. Η όσφρησή σου μας έσωσε.
Ένας στάβλος μάς έγινε άσυλο. Παραμερίσαμε το σανό κι ανάψαμε μεγάλη
φωτιά. Λέω, ανάψαμε. Εσύ μου 'δινες θάρρος. Ξαπλωμένος σ' άκουα να
μασάς. Κατόπι σου μίλησα. Ποτέ δε συμφώνησα με τους ανθρώπους όπως τότε
με σένα. Κοιμηθήκαμε συζητώντας. Εγώ ξαπλωμένος στο χόρτο. Εσύ όρθιο.
Πόσοι άνθρωποι δεν κοιμούνται όρθιοι περπατώντας δίχως να 'χουν τη δική
σου νόηση; Ας είναι...
Η δεύτερη νύχτα: Τότε που μπήκαμε μ' άλλους πολλούς μες στη
μάχη. Μπορούσε κοντά από 'κεί να κουβαλήσουμε τραυματίες. Ακούσαμε μαζί
τον θόρυβο του πολέμου και τον συνηθίσαμε. Πήραμε το παλικάρι με το
πληγωμένο πόδι και φύγαμε. Ποτέ μου δε σε είδα πιο προσεχτικό και τόσο
αλαφροπάτητο. Είχες ξεχάσει κείνο το νευρικό σου συνήθειο να πηδάς
σηκώνοντας το σαμάρι. Τα 'χες όλα νιώσει ίσως πριν από μένα.
Και τώρα, η νύχτα στο βουνό με τη λάσπη: βαρυφορτωμένοι,
κατάκοποι προχωρούσαμε. Είν' αφάνταστη η λύπη κι η κακομοιριά που
δοκιμάζεις σαν αισθάνεσαι να 'σαι και να βλέπεις ανθρώπους και ζώα και
τα πάντα μες στη λάσπη.
Άλογα και μουλάρια πεσμένα μάς κόψανε το δρόμο. Εμείς
προχωρούσαμε. Άξαφνα έπεσες. Πέσαμε θέλω να πω. Με τα δυο σου πόδια
σπασμένα, με το κεφάλι χωμένο στις λάσπες. Θυμάσαι πόσο προσπάθησα. Δεν
το κατόρθωσα. Πρέπει να νιώσεις καλά πως δε φταίω. Ποτέ δεν προσπάθησα
τόσο. Έμεινα δίπλα σου ολόκληρη νύχτα. Πιο πέρα από μας ένας Ιταλός
σκοτωμένος. Πάνω μας η Μεγάλη Άρκτος, το Βόρειο Στέμμα, ο Αστερισμός του
Ωρίωνα ψιχάλιζαν φως.
Δεν είδα ποτέ πώς πεθαίνουν οι άνθρωποι. Γύρισα πάντα τα μάτια μου από το θάνατο. Μα φαντάζομαι...
Παύω. Φοβάμαι μήπως πω λόγο μεγάλο.
Φυλάω ακόμη το ξυστρί και τη βούρτσα σου. Κι όταν κάποτε κι αυτά θα τα παραδώσω, θα σε φυλάξω στη μνήμη μου.
Οι κάλοι των χεριών μου από τα λουριά σου μου είναι τόσο
αγαπητοί, όσο εκείνοι που κάποτε απόχτησα στις θαλασσινές μου πορείες.
Θα σου ξαναγράψω!...
Κούδεσι, Μάρτης 1941
[πηγή: Νίκος Καββαδίας, Του πολέμου. Στο άλογό μου, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 1987, σ. 35-39]
«Η δημιουργία της ταινίας «Genocide – A true story» ήταν μια εσωτερική ανάγκη για να φέρω στο προσκήνιο τις ιστορίες της γιαγιάς μου, της Αρχόντισσας Τόγκου, που απεβίωσε σε ηλικία 100 ετών. Οι ιστορίες της και οι συνομιλίες μαζί της έχουν χαραχτεί στη μνήμη μου και ήθελα να τις μοιραστώ με το ευρύτερο κοινό.
Να δώσω τη δυνατότητα σε όσους ασχολούνται με τη μελέτη και την αναγνώριση της Γενοκτονίας να μάθουν τα συναισθήματα των θυμάτων. Να κατανοήσουν καλύτερα πως οι πληγές δεν έχουν επουλωθεί και δεν πρόκειται να επουλωθούν. Εάν η διεθνής κοινότητα και η ίδια η Τουρκία δεν αναγνωρίσουν τη Γενοκτονία.
Κάθε φορά που πέθαινε κάποιος η γιαγιά μου έφτιαχνε μελένια κεριά και πηγαίναμε μαζί και τα ανάβαμε και έλεγε πάντα ότι αυτό είναι για τα κορίτσια. Όταν μεγάλωσα τη ρώτησα ποια είναι αυτά τα κορίτσια. Ήταν τα κορίτσια που πέθαιναν στους δρόμους του θανάτου και σε εκείνα που δεν τους επέτρεπαν να θάψουν τα παιδιά τους.
Αυτή η ταινία είναι το δικό μου κεράκι στην μνήμη εκείνων των ξεχασμένων νεκρών στους δρόμους της Ανατολής. Είναι ένα κεράκι στην μνήμη τους και μια υπόσχεση ότι δεν θα σιωπήσω. 100 χρόνια σιωπής είναι πολλά». ~ Βασιλική Τσανακτσίδου
Στη μνήμη των κοριτσιών που πέθαναν στις πορείες θανάτου και στα θύματα της Γενοκτονίας του Ποντιακού Ελληνισμού γενικότερα είναι αφιερωμένη η ταινία μικρού μήκους «Genocide – A true story» της Βασιλικής Τσανακτσίδου.
Με αυτό το κοτσάκι οι Αξωτοβουρλιώτες, πρόσφυγες στην Ελλάδα μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, διεκτραγωδούν τον πόνο και τη δυστυχία τους. Στα τέλη του 18ου αιώνα στην Ιωνία της Μ. Ασίας ακμάζουν τα αστικά κέντρα των Βουρλών, των Αλάτσατων και του Τσεσμέ, περιστοιχισμένα από πλήθος χωριά με ελληνικής καταγωγής κατοίκους. Στην περιοχή αυτή και ιδιαίτερα σ’ εκείνη των Βουρλών οι Ναξιώτες μετανάστες αποτελούν την πλειοψηφία και είναι πολλές χιλιάδες. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς θα γίνουν αμπελουργοί εργάτες αρχικά μεγαλοκτηματίες στη συνέχεια. Ένας απ’ αυτούς ήταν κι ο Δημήτρης Τσάφος, που βρέθηκε στα Βουρλά γύρω στα 1880, όπου δούλεψε σκληρά τη γη, φύτεψε αμπέλια, απέκτησε μεγάλη περιουσία κι έκαμε πολυμελή οικογένεια. Χαρακτηριστική περίπτωση επίσης επιτυχημένου Ναξιώτη είναι ο Γ. Τενεκίδης ή Τενεκές, παππούς του ποιητή Γιώργου Σεφέρη από την μητέρα του. Όπως γράφει ο ίδιος ο Σεφέρης, ο Γ. Τενεκίδης ήταν πλούσιος κτηματίας που έζησε κυρίως στα Βουρλά και η Σκάλα των Βουρλών ήταν σχεδόν αποκλειστικό του δημιούργημα. Τα Βουρλά εξελίχτηκαν σε «μια άλλη Νάξο μέσα στην Τουρκιά», τη Νάξο της Ανατολής. Οι πρώτοι χριστιανοί οικιστές των Βουρλών, σύμφωνα με ένα θρύλο, ήταν σαράντα περίπου εργάτες από τη Νάξο και τις Κλαζομενές, οι οποίοι εργάζονταν στα κτήματα του Αγά της περιοχής. Η ελληνική κοινότητα των Βρυούλλων (Βουρλών), ιδρύθηκε στα μέσα του 16ου αιώνα. Παρουσία ναξιωτών μεταναστών στα Βουρλά και στην ευρύτερη περιοχή της χερσονήσου της Ερυθραίας έχουμε πολύ πριν από το 1821, από τον 18ο αιώνα. Αλλά ο κύριος όγκος των Ναξιωτών μετανάστευσε εκεί την περίοδο από το 1830 μέχρι το 1897, οπότε η μετανάστευση ήταν μαζική και συμπίπτει με την ανάπτυξη της αμπελουργίας στα Βουρλά. Στο τέλος του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα οι Ναξιώτες των Βουρλών αποτελούσαν την πλειοψηφία των Ελλήνων κατοίκων τους και θα μπορούσε να υποστηρίξει κανένας ότι ήταν σχεδόν όσοι και οι κάτοικοι της Νάξου τότε. Η μετανάστευση στα παράλια της Μ. Ασίας σταμάτησε ολοκληρωτικά το 1897, λόγω κυρίως της καταστροφής των αμπελώνων από τη φυλλοξήρα, αλλά και της μετανάστευσης στην Αμερική, που άρχισε τότε και πήρε τεράστιες διαστάσεις. Αρκετοί Ναξιώτες των Βουρλών ασχολήθηκαν και με το εμπόριο της σταφίδας και δημιούργησαν μεγάλους εμπορικούς οίκους (Αφοι Κορρέ, Γ. Τζαννετής, Γ. Τενεκίδης-Τενεκές, κ.α.). Η Φιλιώ Σιδερή-Χαϊδεμένου στο βιβλίο της «τρεις αιώνες μια ζωή» περιγράφει τη ζωή στα Βουρλά, στις αρχές του 20ου αιώνα κι ως τη Μικρασιατική καταστροφή και μιλάει με θαυμασμό για την προκοπή των Ναξιωτών μεταναστών, τη ζωή και τη δράση του πατέρα της Δημήτρη Σιδερή από την Κόρωνο Νάξου. Οι Ναξιώτες των Βουρλών ανέπτυξαν και σημαντικές κοινωνικές δραστηριότητες, ίδρυσαν εκκλησιές, σχολεία, ορφανοτροφεία κ.λπ., ενώ ανέδειξαν επιστήμονες, εμπόρους, μεγαλοκτηματίες κ.λπ. Οι Έλληνες των Βουρλών φημίζονταν και για την παλικαριά τους, στην οποία ξεπερνούσαν και αυτούς τους Αϊβαλιώτες. Ο Γ. Καψής στο βιβλίο του «Χαμένες Πατρίδες» γράφει: «…Εκείνος που γνωρίζει τι θα πει Βουρλιώτης, δεν μπορεί ν’ αμφιβάλλει. Είχαν τα όπλα ζωσμένα στα ζωνάρια τους, γιατί λάτρευαν τον πόλεμο… Ήταν το καμάρι της Ερυθραίας και πολλοί Σμυρνιοί κατέφευγαν στα Βουρλά για να ζήσουν, έστω και λίγο, ελεύθεροι-γιατί ήταν ένα κομμάτι ελεύθερης ελληνικής γης.. …Όπως και στ’ Αϊβαλί, έτσι και στα Βουρλά, οι Τούρκοι είχαν συνθηκολογήσει με τους Χριστιανούς. Τους άφηναν ανενόχλητους να ζουν στο χωριό τους».. Οι Βουρλιώτες, λάτρευαν σαν ήρωα τον Ελ. Βενιζέλο, περισσότερο από όλους τους άλλους Μικρασιάτες και αυτό δεν άλλαξε όταν επικράτησε στην Ελλάδα η βασιλική παράταξη (Νοέμβριος 1920). Πέρασαν μήνες μετά την επιστροφή του βασιλιά Κωνσταντίνου στην Ελλάδα, για να κρεμάσουν την εικόνα του στην επίσημη αίθουσα της μητρόπολης στα Βουρλά. Οι Βουρλιώτες πατριώτες έδωσαν δυναμικά το παρόν και στην πατριωτική κίνηση ίδρυσης στη Σμύρνη και σε άλλες πόλεις μυστικής οργάνωσης με την ονομασία «Μικρασιατική Άμυνα» περί τα τέλη Οκτωβρίου του 1921. Όταν πια κατέρρευσε πλήρως ο ελληνικός στρατός, η Επιτροπή Μικρασιατικής Άμυνας Βουρλών αποφάσισαν να μείνουν και να υπερασπιστούν την πόλη τους και άρχισαν να οργανώνουν την άμυνα της πόλης. Τα Βουρλά τελικά κατελήφθησαν κι ο τουρκικός στρατός αναζήτησε τα μέλη της Επιτροπής Μικρασιατικής Άμυνας για να τους τιμωρήσει παραδειγματικά. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς βρήκαν τραγικό θάνατο στου «Μουσελέ τα τέλια» κι ανάμεσά τους και οι Αλέξανδρος, Αναξαγόρας και Σωκράτης Κορρές, σημαντικοί παράγοντες των Βουρλών και πολλοί άλλοι Ναξιώτες, όπως ο πατέρας της Φιλιώς Χαϊδεμένου Δημήτριος Σιδερής, ο πατέρας των Μανώλη και Στέφανου Τσάφου Δημήτρης Τσάφος με τον αδελφό του και άλλοι. Όταν μετά τις 15 Αυγούστου 1922 άρχισαν να περνούν απ’ τα Βουρλά τα διαλυμένα τμήματα της μεγάλης στρατιάς, εξαθλιωμένοι και ρακένδυτοι έλληνες στρατιώτες που κατευθύνονταν προς τα παράλια για να καταφύγουν στα πλοία, τα μαύρα σύννεφα της συμφοράς άρχισαν να ζώνουν και τα Βουρλά. Πολλοί Βουρλιώτες με τις οικογένειές τους κατέφυγαν στα απέναντι νησάκια. Ο ίδιος ο Χρυσόστομος Σμύρνης τους παρότρυνε να φύγουν, γιατί τα Βουρλά «ήσαν κάρφος εις τους οφθαλμούς των Τούρκων». Οι Προεστοί όμως αποφάσισαν να μείνουν και άρχισαν να οργανώνουν ένοπλες ομάδες για να ελέγχουν τις εισόδους και εξόδους της. Μεταξύ των χριστιανών και των Τούρκων προκρίτων των Βουρλών υπήρξε γραπτή συμφωνία, που προέβλεπε την από κοινού προστασία και των δύο πλευρών σε περίπτωση βιαιοπραγιών από οποιοδήποτε Τούρκο ή Έλληνα. Οργανώθηκαν ένοπλες περιπολίες, οι οποίες ανέλαβαν την προστασία των τούρκικων συνοικιών από τους υποχωρούντες Έλληνες στρατιώτες. Ακόμη και εκείνοι που είχαν καταφύγει στα νησάκια της Ερυθραίας, επέστρεψαν στα σπίτια τους και όπως γράφει ο Ρενέ Πυώ: «επέστρεψαν όμως διά να παραστούν εις την φρικωδεστέραν τραγωδίαν, διά να ίδουν την πόλιν των πυρπολημένην και σφαγμένους και κακοποιημένους τους εαυτούς των, τας γυναίκας των να ρίπτωνται εις τα πηγάδια και διά να χαθούν και οι ίδιοι διά πυρός και σιδήρου» . Το Σάββατο 27 Αυγούστου 1922 στις 10. 30 το πρωί οι Τούρκοι μπήκαν στη Σμύρνη. Εκείνο το πρωινό περνούσαν από τα Βουρλά τα τελευταία τμήματα του διαλυμένου ελληνικού στρατού με κατεύθυνση τις ακτές. Οι Βουρλιώτες κοίταζαν τους εξαθλιωμένους και ρακένδυτος στρατιώτες περίεργα και το μόνο που τους ζητούσαν ήταν να τους δώσουν τα όπλα τους: «…Τα θέλουμε. Εσείς φεύγετε και μας αφήνετε. Μα εμείς θα μείνουμε. Έχουμε τα σπίτια μας εδώ και δεν θ’ αφήσουμε να τα πατήσουν οι Τούρκοι. Θα πολεμήσουμε, θα πεθάνουμε, μα οι Τούρκοι δεν θα περάσουν. Ο επικεφαλής του τμήματος θέλησε να τους πείσει, ότι άδικα θα χανόντουσαν. Ποιος όμως να πείσει την ατίθαση εκείνη ράτσα; Ήταν οι Κρήτες της Ανατολής, έτοιμοι να προσφέρουν ένα ακόμη Αρκάδι στην ιστορία της φυλής». Το απόγευμα της Κυριακής 28 Αυγούστου 1922 πέρασε από τα Βουρλά το ηρωικό και αήττητο 5/42 Σύνταγμα του Ν. Πλαστήρα . Αντί για τρομοκρατημένους χωριάτες οι εύζωνοι αντίκρισαν πάνοπλα παλικάρια να τους χειροκροτούν. Ο Ν. Πλαστήρας, που κατάλαβε τι επρόκειτο να συμβεί, προσπάθησε να τους αποτρέψει. Κάποιους τους ήξερε απ΄τους Βαλκανικούς πολέμους. Τους παρότρυνε να φύγουν για να μη σφαγούν απ’ τους Τσέτες. Κοίταξε στα μάτια τον Αναστάση τον Μπουτζαλή. Τον ήξερε καλά. Τον είχε Λοχία στη Μακεδονία. «Ο πόλεμος δεν τελείωσε, του είπε, η πατρίδα σάς χρειάζεται. Δεν έχετε το δικαίωμα να πεθάνετε άσκοπα». Εκείνοι όμως δεν τον άκουσαν. «Πήγαινε στο καλό, καπετάνιο. Εσείς πολεμήσατε, κάνατε το καθήκον σας. Αφήστε κι εμάς να πολεμήσουμε. Πώς να εγκαταλείψουμε τα σπίτια μας και τα γυναικόπαιδα;». Ο Πλαστήρας κατάλαβε ότι ήταν άσκοπο να επιμένει. Έσφιξε το χέρι του Μπουτζαλή κι έφυγε κρύβοντας ένα δάκρυ συγκίνησης, θαυμασμού και πόνου. Εφυγε, αλλά δε μπόρεσε να κρατήσει το παράπονό του. «Δεν ήταν, μωρέ, να τους είχα μαζί μου εκεί πάνω στο Τουμλού Μπουνάρ;», ακούστηκε να ψιθυρίζει. Στις 29 Αυγούστου 1922 μπήκαν οι πρώτοι Τσέτες στα Βουρλά κι άρχισαν τις σφαγές και τις βιαιοπραγίες. Οι Βουρλιώτες υπερασπίστηκαν με αυτοθυσία την πόλη τους μέχρι που έπεσε και το τελευταίο παλικάρι. Παρόντες στον μυθικό εκείνο αγώνα κι όλοι οι Ναξιώτες των Βουρλών. Οι απώλειες κι απ’ τις δυο πλευρές ήταν τρομακτικές, όπως τρομακτικά και δραματικά ήταν κι όσα ακολούθησαν. ‘Όταν τέλειωσε η μάχη έπεσαν στα χέρια των Τούρκων αβοήθητοι κι άοπλοι οι γέροντες και τα γυναικόπαιδα των Βουρλών, για να βιώσουν τον τρόμο, τις δολοφονίες, τους βιασμούς, τον όλεθρο και την ολοκληρωτική καταστροφή. Ξημερώματα του Σαββάτου 3 Σεπτεμβρίου 1922 τα Βουρλά παραδόθηκαν στις φλόγες. Με την επέκταση της πυρκαγιάς οι Βουρλιώτες βγήκαν απ’ τα σπίτια τους, που τα είχαν μετατρέψει σε φρούρια, για να μην καούν και έτσι έγιναν εύκολη βορά στα χέρια των βαρβάρων. Όσοι πρόλαβαν να ξεφύγουν κατευθύνονται προς την Σμύρνη. Την Τρίτη μέρα από την εισβολή οι Τούρκοι στρατιώτες συγκέντρωσαν στα «τέλια του Μουσελέ» όλους τους άντρες από 18-60 ετών. Άφησαν ελεύθερους μόνο τους πιο γέρους και τα παιδιά κάτω των 14 ετών. Στα «τέλια του Μουσελέ» στη νότια ανατολική έξοδο της τουρκικής συνοικίας των Βουρλών, σ’ ένα τεράστιο χωράφι, το οποίο ο τουρκικός στρατός μετέτρεψε σε πρόχειρο στρατόπεδο συγκέντρωσης, συγκέντρωσαν τον χριστιανικό ανδρικό πληθυσμό των Βουρλών με στόχο την εξόντωσή του. Ήταν περίπου 11.000 ψυχές, από τους οποίους ελάχιστοι σώθηκαν. Ο ακριβής αριθμός όσων μαρτύρησαν εκείνες τις μέρες στο κολαστήριο αυτό είναι άγνωστος, πρόκειται όμως για πολλές χιλιάδες ψυχές. Τους έσφαζαν κυριολεκτικά «σαν αρνιά», αφού προηγούμενα τους βασάνιζαν άγρια, τους έβγαζαν τα μάτια, τους ακρωτηρίαζαν τα μέλη και τους άφηναν να πνιγούν στο αίμα τους. Πολλούς απ’ αυτούς τους οδήγησαν προς στο εσωτερικό της Μ. Ασίας για να τους εξοντώσουν με τις κακουχίες. Απ’ το άγριο εκείνο στρατόπεδο και από την εξορία στην Ανατολή σώθηκαν μόλις 1.000 περίπου Βουρλιώτες, οι οποίοι δραπέτευσαν στη διάρκεια της πορείας και κατέφυγαν στη Σμύρνη και από εκεί στην Ελλάδα. Από τους υπόλοιπους που οδηγήθηκαν στο εσωτερικό της Τουρκίας (10.000) σώθηκαν περίπου 2.000 που αργότερα μεταφέρθηκαν και αυτοί στην Ελλάδα. Ο Δημήτρης Τσάφος, μαζί με τον αδελφό του και άλλα ξαδέλφια του, αφού κατάφεραν να διώξουν τις οικογένειές τους στην Ελλάδα, οι ίδιοι έμειναν στα Βουρλά για να υπερασπιστούν την πόλη και τα υπάρχοντά τους και έμειναν για πάντα εκεί και βρέθηκαν κατακρεουργημένοι κι απαγχονισμένοι στην κεντρική πλατεία των Βουρλών. Αφού Τσέτες και Τούρκοι στρατιώτες χόρτασαν τη μανία τους με λεηλασίες, βιασμούς, άγριες δολοφονίες γυναικών, παιδιών, νηπίων, γερόντων, συγκέντρωσαν τα γυναικόπαιδα στο δημόσιο δρόμο των Βουρλών, για να τα οδηγήσουν υποτίθεται στην παραλία, προκειμένου να μπουν στα πλοία για την Ελλάδα. Οι ληστείες και οι βιασμοί όμως συνεχίζονταν έστω και σποραδικά, ιδιαίτερα τις νυχτερινές ώρες. Άρπαζαν τις νεαρές κοπέλες και τις βίαζαν μπροστά στις μανάδες τους, πολλές απ’ τις οποίες παραφρόνησαν, όντας ανήμπορες να σώσουν τα κορίτσια τους. Οι γέροι, οι γυναίκες και τα μικρά παιδιά, όσοι σώθηκαν από το μαρτύριο αυτό βρέθηκαν κάτω από δραματικές συνθήκες στα πλοία και εξαθλιωμένοι και απελπισμένοι έφθασαν στην Ελλάδα. «…Ήταν μια φορά κι έναν καιρό μια τρανή πολιτεία που είχε στείλει 3.000 στρατεύσιμους στο μέτωπο του Σαγγάριου. Κανείς τους δεν εγύρισε. Ο υπόλοιπος αντρικός πληθυσμός πέρασε απ’ τα «τέλια» του Μουσελέ. Ήταν 11.000 ψυχές. Τα κόκκαλά τους είναι σπαρμένα στη γη της Μικρασίας, από τα πυρπολημένα Βουρλά ως τις όχθες του Ευφράτη»
~Νίκος Λεβογιάννης, - 1/4/2012
Κωνσταντινούπολη δεκαετία του 1930. Συντηρητές έργων τέχνης προσπαθούν να αποκαταστήσουν αγιογραφίες και ψηφιδωτά της Αγίας Σοφίας. Οι εργασίες αυτές είχαν γίνει από συνεργεία του Αμερικανού αρχαιολόγου Thomas Whittemore (1871-1950) ο οποίος είχε λάβει την σχετική άδεια προσωπικά από τον Κεμάλ το έτος 1931 και όλες οι εργασίες είχαν γίνει με την δική του επίβλεψη.
1930 Όταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος υπέγραψε με τον Κεμάλ το Ελληνοτουρκικό Σύμφωνο Φιλίας στην άλλη άκρη της γης, ένας Αμερικανός φιλόλογος, ο Θωμάς Γουάιτμορ (Th. Whittemore), ίδρυε το «Ινστιτούτο Βυζαντινών Σπουδών Αμερικής». Η ίδρυση του Ινστιτούτου δεν ήταν τυχαία, όπως φάνηκε, καθώς, ύστερα από λίγους μήνες, τον Ιούνιο του 1931, επετράπη στον Γουάιτμορ η καθαίρεση των οθωμανικών κονιαμάτων από την περίοδο του 1847-9 του Σουλτάνου Αβδούλ Μετζίτ Α΄ και τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους του ανετέθη η αποκάλυψη των ψηφιδωτών της Αγιάς Σοφιάς.
Η ταινία μικρού μήκους ‘Είμαστε αυτοί που επέζησαν’ είναι μία εικαστική παρουσίαση του δράματος, που βίωσαν τα θύματα και οι απόγονοι των θυμάτων της Γενοκτονίας των Ελλήνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι μαρτυρίες των επιζησάντων είναι η αδιάψευστη απόδειξη της ιστορικής πραγματικότητας. Οι Έλληνες του Πόντου και της Ανατολής έχοντας για αιώνες ζήσει μεγαλουργώντας στις πατρογονικές τους εστίες Γενοκτονήθηκαν ή εκδιώχθηκαν από τον τόπο τους, στα πλαίσια της πολιτικής του Παντουρκισμού του Μουσταφά Κεμάλ.
Η ταινία είναι μία παραγωγή της Διεθνούς Συνομοσπονδίας Ποντίων Ελλήνων στα πλαίσια της δράσης της για τη Διεθνοποίηση του ζητήματος της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου και της Ανατολής. Συντελεστές:
Σκηνοθεσία: Φίλιππος Τσαουσέλης
Φιλική συμμετοχή: Ιεροκλής Μιχαηλίδης
Ηθοποιοί: Δημοσθένης Ξυλαρδιστός, Ελένη Κιλινκαρίδου, Φίλιππος Τσαουσέλης
Αφήγηση: Γιάννης Κοσμίδης
Επιλογή κειμένων: Φίλιππος Τσαουσέλης, Ελένη Μεντεσίδου
Αγγλική μετάφραση: Κέλλυ Πιλαλίδου
Μοντάζ: Θανάσης Σπυρόπουλος
Ήχος-μιξάζ: Φώτης Δάββος
Ευχαριστούμε τους Γιάννη Χατζηελευθερίου και Γιώργο Δαβιτίδη
Μουσική: Παραδοσιακή
Λύρα: Κώστας Πετρίδης
Τα κείμενα προέρχονται από το συλλογικό έργο του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών Η έξοδος.
Η έξοδος : Μαρτυρίες από τις επαρχίες του Μεσόγειου Πόντου, Π. Μ. Κιτρομηλίδης (επιμ.) Αθήνα, 2013. τ.3.
Η έξοδος : Μαρτυρίες από τον Ανατολικό Παράλιο Πόντο, Π. Μ. Κιτρομηλίδης (επιμ.) Αθήνα, 2015. τ.4.
Ο Καπετάν Γιάννακας ή Γιάννης Αποστολόπουλος ήταν Έλληνας αγωνιστής της επανάστασης του 1821. Η καταγωγή του ήταν από το χωριό Βλαχοκερασιά Αρκαδίας [ Στον πίνακα, του Παναγιώτη Ζωγράφου "ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΗΣ ΤΡΟΠΟΛΙΤΖΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΕΡΙΞ ΑΥΤΗΣ ΧΩΡΙΩΝ", από αφήγηση του Στρατηγού Μακρυγιάννη για τα πρόσωπα που συμμετείχαν, αναφέρονται οι Μπαρμπιτζιώτης, Γιάννακας και Λάμπρος αλλά και στη σημείωση 10 διαβάζουμε "ΧΩΡΙΟΝ ΚΕΡΑΣΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΕΜΟΣ ΑΥΤΟΥ".
Χειμερινά λημέρια του Καπετάν Γιάννακα,το βασικό του ήταν στην Πρόπαντη, άλλα δε στα Ρουμάνια της Καλτεζιάς και της Αγίας Ειρήνης.
Τα καλοκαιρινά του λημέρια, βρίσκονταν στον δρυμό της Σκυρίτιδας και στις θέσεις Ψηλή Ράχη, Τριαντάφυλλα και δίπλα από τον Άγιο Χριστόφορο.]
«Ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας…»
«Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πως δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε “πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα”, αλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας…».
(Λόγια του Γέρου του Μωριά προς τη νέα γενιά. Απόσπασμα από τον περίφημο λόγο του Θ. Κολοκοτρώνη που εκφωνήθηκε στις 8 Οκτώβρη του 1838 στην Πνύκα της Αθήνας).
10 Οκτώβρη 1930, 5 μ.μ.: Η πομπή με τη λάρνακα έχει φτάσει στον σιδηροδρομικό σταθμό της Τρίπολης
Μοναδικές φωτογραφίες, τραβηγμένες από τον Δημήτρη Σαλαπάτα, αλλά και κάποιες από το αρχείο του Ν. Γρηγοράκη, φέρνει στη δημοσιότητα η Εταιρεία Διάσωσης Ιστορικών Αρχείων Πελοποννήσου.
Πρόκειται για φωτογραφικό υλικό του 1930, από τη μεταφορά των οστών του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, από την Αθήνα στην Τρίπολη. Τα οστά του Κολοκοτρώνη βρίσκονται στην Τρίπολη από τις αρχές του αιώνα. Πριν βρίσκονταν στην Αθήνα, στο Α' Νεκροταφείο, αλλά ο Ελευθέριος Βενιζέλος φρόντισε για την μεταφορά τους στην Τρίπολη (κατόπιν αιτήματος των Αρκάδων), συνοδεύοντας μάλιστα ο ίδιος την μεταφορά τους. Το 1971 στην πλατεία του Άρεως στην Τρίπολη στήθηκε ανδριάντας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Και από το 1993 τα οστά ευρίσκονται στην βάση του μνημείου αυτού, σε ειδική κρύπτη.
Ο φωτογράφος και ο ποιητής, ο Χαρισιάδης και ο Βρεττάκος, υπηρέτησαν και οι δύο στο Αλβανικό Μέτωπο, γνώρισαν τη θύελλα του πολέμου και έζησαν τις στιγμές που αποτύπωσαν φωτογραφικά και ποιητικά...
Δημήτρης Χαρισιάδης, Χιονοθύελλα κοντά στον ποταμό Δεβόλη. 1940. Φωτογραφικά Αρχεία του Μουσείου Μπενάκη.
Σύντομο οδοιπορικό στην πόλη της Σμύρνης
Το βίντεο περιλαμβάνει πανοραμικά πλάνα των σπιτιών της Σμύρνης του 1911 με τους κατοίκους της, ακολουθούμενα από πλάνα του Έλληνα Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομου και των γάλλων και αγγλικών απεσταλμένων που φεύγουν από το «Κονάκι» (Το Κυβερνητικό Μέγαρο). Μερικές περίεργες γυναίκες με πέπλο κοιτούν μέσα από έναν φράκτη, πιθανώς εκείνους που φεύγουν από το κονάκι. Η ταινία ολοκληρώνεται με τις βάρκες στη θάλασσα στο φως του δειλινού.
Το βίντεο ντοκουμέντο είναι γαλλικής παραγωγής. Ο σκηνοθέτης άγνωστος, αλλά η εταιρεία παραγωγής είναι η Εclair. Προέρχεται από τη συλλογή "Jean Desmet" στο Eye Filmmuseum, του Κινηματογραφικού Ινστιτούτου Ολλανδίας.
Διευθυντής: άγνωστος | Χώρα παραγωγής: Γαλλία Έτος: 1911 | Εταιρία Παραγωγής: Eclair (Γαλλία) | FLM61735 | Ταινία από τη συλλογή του EYE (Άμστερνταμ) - www.eyefilm.nl/en
.
«Η Μεγάλη Πυρκαγιά της Σμύρνης είναι το όνομα που δόθηκε συνήθως στη φωτιά που κατέστρεψε τη Σμύρνη από τις 13 έως τις 17 Σεπτεμβρίου 1922. Οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις έκαψαν συστηματικά την πόλη και σκότωσαν τους Έλληνες και τους Αρμένιους κατοίκους, βασιζόμενοι σε εκτεταμένες μαρτυρίες από δυτικά στρατεύματα που αποστέλλονται στη Σμύρνη κατά τη διάρκεια της εκκένωσης, ξένους διπλωμάτες / ανακουφιστές που εδρεύουν στη Σμύρνη και από τουρκικές πηγές ». - Wikipedia.org Ο παππούς του Robert Davidian, George Magarian, γεννημένος το 1895, εκπαιδευμένος στο αμερικανικό κολλέγιο στο Konya της Τουρκίας και αργότερα σε διευθυντή του Konya YMCA, γυρίστηκε στη Σμύρνη της Τουρκίας αμέσως μετά την καταστροφή του από γενοκτονία. Η προκύπτουσα 35 χιλιοστά επεξεργασμένη νιτρική ταινία ήταν κρυμμένη στο διαμέρισμα της γιαγιάς μου στη Νέα Υόρκη για 60 χρόνια. Ήμουν τυχερός να το μεταφέρω στην ψηφιακή μορφή πριν αποκολληθεί τελείως. -Robert Davidian 5 Μαρτίου 2008
.
Η Γεωργία Μυττάκη το 1935 ερμηνεύει το "Σμύρνη με τα περίχωρα" Στίχοι & Σύνθεση Σταύρου Παντελίδη 1935, και η Μαρία Παπαγκίκα το Σμυρνέικο μινόρε στην Nέα Υόρκη, ΗΠΑ, τον Ιούλιο του 1919.