Παραδοσιακό τραγούδι από τα Βουρλά (προάστιο Σμύρνης) χερσονήσου Ερυθραίας Μικρά Ασίας.
Δέκα
χρόνια μετά την πρώτη τους συνεργασία οι Τακίμ και ο Παντελής
Θαλασσινός , συναντιούνται ξανά με το παραδοσιακό μικρασιάτικο τραγούδι
"Δεν είν'αυγή να σηκωθώ" (ANTart Productions) σε σκηνοθεσία του Δημήτρη
Μαυροφοράκη / RGB Studios. Το βίντεο είναι αφιερωμένο στη γιαγιά του
σκηνοθέτη , Αργυρώ Μακροκάνη , που ήρθε πρόσφυγας το 1922 από τα
Αλάτσατα της Ερυθραίας. Μέρος των γυρισμάτων έγινε στον ιστορικό χώρο
του Λυκείου Ελληνίδων Αθηνών και συμμετείχε σε αυτό χορευτική ομάδα του
Λυκείου με φορεσιές από την Ερυθραία της Μικράς Ασίας. Χρησιμοποιήθηκαν οι αυθεντικές φωτογραφίες της οικογένειας Μακροκάνη με την ευγενική παραχώρηση της οικογένειας Μαυροφοράκη.
Αναρωτιέμαι
μερικές φορές:Είμαι εγώ που σκέφτομαι καθημερινά πως η ζωή μου είναι
μία;Όλοι οι υπόλοιποι το ξεχνούν;Ή πιστεύουν πως θα έχουν κι άλλες,
πολλές ζωές, για να κερδίσουν τον χρόνο που σπαταλούν;
με το πρόσωπο κολλημένο στο τζάμι κοιτάζω εκστατικά πίσω απ’ τις στάλες της βροχής ένα πολύχρωμο κόσμο
κρύβω μέσα μου ένα παιδί με τις τσέπες γεμάτες μπίλιες μέσα στον χειμώνα ένα παιδί με δακρυσμένα μάτια για το γατάκι του που πέθανε για το λουλούδι που μαράθηκε για όσους έφυγαν χωρίς επιστροφή
κρύβω μέσα μου ένα παιδί με τρύπιο παλτό που λαχταράει τα ζεστά κάστανα τη γειτονιά και τους φίλους την άνοιξη που θάρθει
κρύβω μέσα μου ένα παιδί που δεν δέχεται πως μπορεί να γελάω όταν την ίδια στιγμή κάποιος κλαίει
κρύβω μέσα μου ένα παιδί απαρηγόρητο που θάθελε να φτιάξει τη ζωή στα μέτρα της καρδιάς του
...κι
εσύ πήγες στόν παράδεισο, τό ριξες στο αραλίκι, λές και είσαι ακόμα
κλητήρας στο υπουργείο., κοίτα κατακαημένε Χαράλαμπε να βοηθήσεις να
σωθεί η κατάστασις, γιατί χαθήκαμε., σε βλέπω δώδεκα μήνες χωρίς
κόλλυβο.
Οι "πραγματικοί" παγιδευτές θηραμάτων των νεαρών μας χρόνων, όπως ο Τζακ
Λόντον και ο Ντέιβι Κρόκετ, δεν υπάρχουν πια. Υπάρχει, όμως, μία
σημαντική τελευταία ψυχή που ακόμα ζει σύμφωνα με την παλιά φιλοσοφία
του παγιδευτή θηραμάτων που ζει ενωμένος με τη φύση. Ο τελευταίος
παγιδευτής θηραμάτων λέγεται Νόρμαν. Είναι πενήντα ετών και ζει μαζί με
την Νεμπράσκα, μία ινδιάνα της φυλής Νεχάνι. Ακολουθώντας τον Νόρμαν,
την Νεμπράσκα και τα σκυλιά τους για έναν ολόκληρο χρόνο στον Βορρά, η
ταινία αυτή μας βάζει στα χνάρια ενός αληθινού χαρακτήρα ρίχνοντας φως
στο δράμα και τις μάχες που αποτελούν την καθημερινή πραγματικότητα
αυτού του ανθρώπου και τις περιπέτειές του στις οποίες τα σκυλιά είναι
οι βασικοί χαρακτήρες. “Ο τελευταίος Κυνηγός” είναι μία ταινία που σε
βυθίζει απόλυτα στο μοναδικό περιβάλλον, ένα ταξίδι μύησης και εορτασμού
ενός τρόπου ζωής που βρίσκεται σε απόλυτη αρμονία με τα ζώα και τη
φύση.
Director: Nicolas Vanier Writer: Nicolas Vanier Stars: Norman Winther, May Loo, Alex Van Bibber
Η γιαγιά η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου η καταπληκτική στιχουργός που μας χάρισε αθάνατα τραγούδια έμενε στην Αγίας Σοφίας στον Κολωνό....
"...ρε παιδί μου αυτή η γυναίκα γράφει στιχάκια....άκου να δείς....και πώς ζεί..."
έλεγαν...πουλούσε τους στίχους της και ζούσε αλλά είχε και ένα πάθος
την χαρτοπαιξία....σύχναζε στα καφενεδάκια....
Γνωστός τροβαδούρος μεγάλο όνομα ήταν γείτονας....όλοι του μιλούσαν
με σεβασμό.... ήταν πολύ γενναιόδωρος....
Υπήρχαν όμως και οι άλλοι....
Σε μια αυλή απέναντι σε κάμαρα έμενε ηθοποιός δεύτερων ρόλων
... γνωστός μάγκας....είχε πάθος με την ...τζούρα....
είχε σπιτώσει και μια μικρότερη σε ηλικία που τράβαγε κι αυτή.
Πέθανε στην ψάθα....
Στην γειτονιά γυρίστηκαν και ταινίες ......
Τρέχαμε στα γυρίσματα να δούμε από κοντά τους ηθοποιούς....
Χαμός...να φωνάζουν οι κινηματογραφιστές μήπως και χαλάσουμε τα πλάνα....
Στα διαλείμματα κολάτσιζαν.....τυρί και ψωμί...τίποτα το ιδιαίτερο.
Ο κινηματογράφος ήταν η κύρια διασκέδαση...γι αυτό όταν έβλεπες ηθοποιό
κάπως ένοιωθες και αν αυτός ήταν καταδεχτικός σε φώναζε κοντά του
για να σε ρωτήσει πώς σε λένε...να σου δώσει την φωτογραφία του
και εσύ να την δείχνεις στους φίλους σου.
Ήταν μόδα οι περισσότεροι γνωστοί ηθοποιοί είχαν πάντα στην τσέπη τους
ασπρόμαυρες φωτογραφίες τους.
Είχαμε και την άλλη πλευρά των "καλλιτεχνών" που δούλευαν στο καμπαρέ
Χαβάη των Κατελάνων....δίπλα στο ΠΕΡΟΚΕ....
"Γυναικωτούς" τους έλεγαν στην γειτονιά και συμβούλευαν τα παιδιά τους
να μην τους πλησιάζουν....τα βράδυα ντυνόντουσαν γυναίκες για το .."σώου" τους.
Όλοι προσπαθούσαν να ζήσουν....και οι διάβολοι και οι φτωχοδιάβολοι...
και οι νορμάλ και οι ντεμί.....σύμφωνα με τους χαρακτηρισμούς της εποχής.
Ο Ρος Ντέιλι (αγγλικά:Ross Daly) είναι Ιρλανδός μουσικός, με εξειδίκευση στην κρητική λύρα και το αφγανικό ραμπάμπ. Γεννήθηκε στις 29 Σεπτεμβρίου 1952 στο Νόρφολκ της Αγγλίας από Ιρλανδούς γονείς.[...] el.wikipedia. Δεξιοτέχνης πολλών μουσικών οργάνων ο ίδιος, ο Ross Daly έχει συμπράξει επανειλημμένως με μεγάλους μουσικούς από όλο τον κόσμο δουλεύοντας μέσα στη μουσική πειθαρχεία των ανατολικών παραδόσεων, εξερευνώντας ταυτόχρονα νέες φόρμες και το δημιουργικό αυτοσχεδιασμό. Μεταξύ άλλων, παίζει κρητική λύρα, Αφγανικό ραμπάμπ , λαούτο, πολίτικη λύρα, σαράνγκι, ούτι, σάζι και ταμπούρ. Μοναδικός ως συνθέτης, ο Ross Daly χτίζει τις συνθέσεις του γύρω από τις λεπτές αποχρώσεις και τις ζωντανές συναντήσεις των διαφόρων ήχων των παραδόσεων που έχει μελετήσει. Βιογραφία http://www.rossdaly.gr/el
Από τό Φεστιβάλ Τέχνης & Λογοτεχνίας της Καλντέρα που διοργάνωσε το
βιβλιοπωλείο της Οίας Αtlantis στο Πνευματικό Κέντρο Αγίου Γεωργίου
"Πανηγυρόσπιτο".
Erotokritos performed by Ross Daly.
ME THN MEΛΩΔΙΑ ΤΟΥ HATIF ΤΑΞΙΔΕΥΕΙΣ ΝΟΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟ ΣΤΟ ΠΑΛΑΤΙ ΤΟΥ ΜΙΝΩΑ ΚΑΙ ΑΠΟ ΕΚΕΙ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ ΤΗΣ ΑΡΑΒΙΑΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΧΙΛΙΕΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΝΥΧΤΕΣ... ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΔΑΚΡΥΑ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΑΠΟ ΤΑ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΤΑΞΙΔΕΥΟΥΝ ΜΕ ΤΟΥΣ ΧΤΥΠΟΥΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ.. ΒΑΣΙΛΗΣ Κ.
Υ.Γ Χωρίς μουσική, η ζωή θα ήταν ένα λάθος. (Φρίντριχ Νίτσε)
Γεννήθηκε στο Παρίσι, στις 14 Νοεμβρίου του 1840. Ο πατέρας του, ήταν εύπορος έμπορος της εποχής, που διακινούσε προμήθειες πλοίων. Το 1845, η οικογένεια του μετακόμισε στη Χάβρη, που αποτελούσε σημαντικό λιμάνι, στις όχθες του Σηκουάνα. Το 1858 γνωρίστηκε με τον Ευγένιο Μπουτίν, ο οποίος αποτέλεσε έναν από τους πρώτους δασκάλους του Μονέ και τον ενθάρρυνε να ζωγραφίσει την ύπαιθρο, σύνηθες θέμα για ζωγράφους εκείνης της περιόδου.
Τον επόμενο χρόνο εγκαταστάθηκε στο Παρίσι όπου συνέχισε τις σπουδές του στην Ελβετική Ακαδημία (Académie Suisse) και ήρθε σε επαφή με έργα σημαντικών ζωγράφων επισκεπτόμενος το Μουσείο του Λούβρου.
Γλυκύτατη, χαριτωμένη και με καντάριυ ήταν μια αξιοπρεπής δευτερορολίστρια του πανιού και μεγάλη πρωταγωνίστρια της σκηνής!
Παρά το γεγονός ότι το εμπορικό μας σινεμά της επιφύλαξε την τυποποίηση
σε δεύτερους ρόλους, εκείνη κατάφερνε με τις αξέχαστες ερμηνείες και το
προσωπικό της στίγμα να ξεχωρίζει, γινόμενη τελικά μια από τις πιο
αγαπημένες του ελληνικού κοινού.
Η Άλλη μπάντα ξεκίνησε το Νοέμβριο του 2010 στο Ηράκλειο της Κρήτης από
δύο μουσικούς τον Νίκο Μανιουδάκη και τον Δημήτρη Ζωγραφάκη. Το να
δημιουργήσουν μια μουσική μπάντα, υπήρχε πολλά χρόνια πρίν σαν σκέψη,
αλλά πραγματοποιήθηκε το χειμώνα του 2010. Και οι δυο τους, χρόνια
ταξιδεμένοι στα μονοπάτια της κρητικής μουσικής πάνε στην «Άλλη μπάντα»
και ανοίγονται στις λεωφόρους του έντεχνου ελληνικού τραγουδιού.
Δυο πράγματα δηλώνει η ονομασία του συγκροτήματος Άλλη μπάντα , πρώτον
στην άλλη μεριά και δεύτερον μια καινούρια μπάντα που εισέρχεται στο
χώρο της έντεχνης μουσικής. Επηρεασμένοι έντονα από τον τόπο τους,
δίνουν έμφαση και χρώμα , μέσα στο έντεχνο ελληνικό τραγούδι και μας
δείχνουν την καταγωγή τους, με τον επιθετικό και συγχρόνως γλυκό ήχο της
λύρας και την αρμονία της ακουστικής κιθάρας , ενώ η ηλεκτρική κιθάρα ,
τα drums , και το μπάσο που πλαισιώνουν την Άλλη μπάντα επαναστατούν
και δημιουργούν κάποιες φορές rock καταστάσεις .
Γεννήθηκε στις 21 Νοεμβρίου 1935 (επικρατέστερη ημερομηνία) στο χωριό Jabal Alarz. Το πραγματικό της όνομα είναι Νουχάντ Χαντάντ. Λίγα χρόνια αργότερα μετακομίζει στη Βυρητό. Η πρώτη της επαφή με τη μουσική είναι από το ραδιόφωνο ενός γείτονα. Ούσα μαθήτρια θα ενταχθεί στην σχολική χορωδία ενώ αργότερα θα πάρει μέρος σε ραδιοφωνικά προγράμματα. Ο συντηρητικός πατέρας της Ουάντι Χαντάντ (Wadi Haddad) δεν συμφωνούσε με αυτή την επιλογή και αρχικά είχε αρνηθεί να δώσει την άδειά του. Η οντισιόν που της άλλαξε τη ζωή
Το στέκι του Αντώνη Βλάχου – Βαρύμαγκας του σχοινιού και του παλουκιού!
Στην Οδό Αγησιλάου στο Βοτανικό, στις γραμμές του σιδηροδρόμου βρισκόταν
το Δάσος. Ιδιοκτήτης ενός από τα πιο γνωστά κέντρα διασκέδασης της
εποχής εκείνης ήταν ο “άγριος” Αντώνης Βλάχος, που είχε κάνει και
φυλακή! Ο Αρβανίτης ο Αντώνης ο Βλάχος ήταν ένας ξερακιανός ψηλός, με
σπαστά κατσαρά μαλλιά μαύρα, με μουστάκι αντρικό και σκούρο κοστούμι
χειμώνα καλοκαίρι. Ήταν παντρεμένος με τη Μαρίκα, μια κοντή στρουμπουλή,
με γλυκό πρόσωπο, χαμογελαστή πάντα, όχι όπως γελαστή!
Στο Δάσος του Βοτανικού έπαιξαν ο μεγάλος δάσκαλος Mάρκος Bαμβακάρης και
οι Στράτος Παγιουμτζής, Aνέστος Δειλιάς, K. Kαρίπης, Σ. Kυρομύτης
Γενίτσαρης και άλλοι πίσω στο 1936. Ο Χιώτης το 1935 περίπου πήγε στην
Αθήνα προκειμένου να σπουδάσει βιολί όταν τότε και γνωρίστηκε με τον
Στράτο Παγιουμτζή ο οποίος και τον προσέλαβε να παίζει δίπλα του
μπουζούκι στο «Δάσος».
Ο μεγάλος Μάρκος Βαμβακάρης θυμάται: «Μετά τις περιοδείες με περίμεναν
να πάω στην Αθήνα στο Βοτανικό. Εκεί στο δάσος ο Αντώνης ο Βλάχος είχε
ένα μαγαζί μπαρ σε μια μάντρα, στίς γραμμές του σιδηροδρόμου. Καί άρχισα
να κάνω την ορχήστρα μου. Επήρα τότε μαζί μου για πρώτη φορά τόν Ιωάννη
Παπαΐωάννου καθώς και τον Καρίπη τον Κώστα, και τον Στέλιο τον
Κερομύτη, ένα καλό παίδι καί καλό μπουζουκάκι, καί κάποιον Στέλιο με το
σαντούρι του, και είχαμε την ορχήστρα τη λαϊκή, την καθεαυτό ορχήστρα
δηλαδή τη μάγκικη. Αργότερα είχα και την Χασκιλ την Εβραία. Δεν μπορώ να
σας παραστήσω τι έγινε εκεί. Κάθε βράδυ εμαζευόντανε άπειρος κόσμος και
καθόντανε και γλένταγε από το βράδυ μέχρι τις πέντε έξι ή ώρα! Καί κάθε
βράδυ μας άκουαν όλους καί χειροκροτούσαν. Κάθε βράδυ εγινόντανε
πανηγύρι και έγραψα ένα τραγούδι εκεί. Κάθε βράδυ θα σε περιμένω κι όπου
θέλω γώ θα σε πηγαίνω... Αυτό το τραγουδούσα καί το εχόρευαν χασάπικο.
Κάθε βράδυ πανζουρλισμός.»
Ο μεγάλος συνθέτης, στιχουργός και ερμηνευτής του λαϊκού ρεμπέτικου
τραγουδιού, Γιάννης Παπαϊωάννου (Κίος Μικράς Ασίας 18 Ιανουαρίου 1914 -
Πέραμα 3 Αυγούστου 1972) θυμάται (από την αυτοβιογραφία του):
«Μετά το 1936, έπιασα δουλειά στο «Δάσος» στο Βοτανικό, του Αντώνη του
Βλάχου. Εγώ, ο Μάρκος, ο Στράτος, ο Κερομύτης, ο Χατζηχρήστος, ο Μπάτης,
το Ανεστάκι, ο Μπαγιαντέρας, κιθάρα ο Καρίπης, βιολί ο μπάρμπα Μήτσος ο
Λορέντζος. (…) Κι όλοι μας εκεί μουσικοί, λαϊκοί συνθέτες, όχι αστεία.
Και άνθρωποι όλοι τους, παιδιά που σήμερα δεν τα βρίσκεις σ’ αυτό το
επάγγελμα. Χωρίς ρουφιανιές και κάτι τέτοια. Μαζί τα παίρναμε, μαζί τα
τρώγαμε και πάλι ξανά από την αρχή.
Ωραία χρόνια, αξέχαστα. Ο Χατζηχρήστος καρδιά μποστάνι. Καλός στο όργανο
και συνθέτης από τους λίγους, έχει τόσες επιτυχίες. Οι κωλοεταιρίες τον
θάψανε. Μαζί ξεκινήσαμε τότες, μαζί παίζαμε, μαζί τραγουδούσαμε στους
δίσκους τα τραγούδια μας, μαζί γλεντάγαμε, μαζί τόσες ιστορίες. Και με
τον Στεφανάκη (Σπιτάμπελο) τα ίδια. Ο Χατζηχρήστος πέθανε πριν από λίγα
χρόνια. Πήγε τζάμπα. Άστα. Ποτέ δεν έφυγε από το μυαλό μου, κάθε βράδυ,
λέω τα τραγούδια του στο μαγαζί».(…)
«Μόνο για τον Αντώνη το Βλάχο μη μου λες. Αυτός ήταν πολύ κακό αφεντικό.
Εκμεταλλευτής και σκληρός. Του σχοινιού και του παλουκιού, λέμε. Μετά
που βγήκε από τη φυλακή άνοιξε αυτό το μαγαζί στο Βοτανικό, το «Δάσος».
Μόλις το πήρε ο Βλάχος το ‘κανε μπουζούκια. Πήρε όλους εμάς που είμαστε
γνωστοί στο κόσμο από τους δίσκους. Ο Βλάχος ήταν πολύ σκυλόμαγκας χωρίς
μέτρο και ζυγαριά. Πολύ άγριος νταής. Δεν σεβόταν τους καλλιτέχνες που
δούλευαν στο μαγαζί του. Όποιον έπαιρνε σβάρνα έπρεπε να τον σακατέψει.
Δεν σεβόταν ούτε τη μάνα του. Σακάτεψαν από το πολύ ξύλο, αυτός και οι
μπράβοι του, το Μάθεση τον Τρελλάκια. Μια άλλη φορά χαστούκισαν το γέρο
Μπάτη, ενώ ο ίδιος ο Βλάχος κούφανε από το πολύ ξύλο το Χατζηχρήστο, που
ήταν ένα παιδί άγιο».
Alfred J. Gallodoro, (June 20, 1913 – October 4, 2008) ήτανένας Αμερικανός τζαζ κλαρινετίστας και σαξοφωνίστας. Είναι αξιοσημείωτο για το γεγονός ότι έπαιξεεπικεφαλήςάλτο σαξόφωνο με την Paul Whiteman Orchestra και μπάσο κλαρινέτο για 12 χρόνια με τη Συμφωνική Ορχήστρα του NBC υπό τον Αρτούρο Τοσκανίνι. O Bandleader Jimmy Dorsey τον επαίνεσεως «τον καλύτερο σαξοφωνίστα που έζησεποτέ." https://en.wikipedia.org/wiki/Al_Gallodoro