Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2016

Δεκαετία του ‘30, Χριστούγεννα στην Αθήνα

image
Γράφει η Χριστιάννα Λούπα
Αγαπητοί μου φίλοι, χρόνια πολλά! Σήμερα σας προσκαλώ σ’ ένα μικρό ταξίδι μέσα στο χρόνο. Δεν θα πάμε μακριά, λίγο παλιότερα, στη δεκαετία του ’30, σε μια, τόσο γνώριμη σε όλους μας, πόλη, που όμως, φαίνεται να μην έχει πολλά κοινά πλέον με τη μεταλλαγμένη τερατούπολη που αντικρίζουμε καθημερινά. Επιτρέψτε μου να μοιραστώ μαζί σας ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο μου «Στους Δρόμους του Πεπρωμένου» (εκδόσεις Ιωλκός, 2007), που νομίζω αποτυπώνει νοσταλγικά το χριστουγεννιάτικο κλίμα της Αθήνας του Μεσοπολέμου, με τα μάτια ενός παιδιού. Γιατί τα παιδιά, σε όποια εποχή, σε όποιον τόπο, είναι πάντα παιδιά…

"Ατέλειωτες μας φαίνονταν οι μέρες μέχρι τις διακοπές. Πού να το φανταζόμασταν τότε πως κάποια χρόνια αργότερα – τώρα που το λάδι στο καντηλάκι μας μοιάζει να στερεύει – θα παρακαλούσαμε να κυλούν αργά, όσο πιο αργά γίνεται, τα λεπτά, οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια, όσο σκληρά και πικρά κι αν είναι. Και τότε, ανόητα, επιπόλαια νιάτα, ξέχειλα από ζωή που φάνταζε αιώνια, γιατί, γιατί δεν τα εκτιμούσαμε τα ρόδινα εκείνα χρόνια; Πώς το τολμούσαμε να ζητάμε από το χρόνο να βιαστεί; Μήπως, έτσι κι αλλιώς, δεν τρέχει σαν νεράκι; Μήπως δε χάνεται σαν πρωινή δροσούλα; Δε σκορπά σαν τον καπνό μ’ ένα φύσημα του αέρα;
Στολίζαμε πάντα το δεντράκι μας τα Χριστούγεννα. Βάζαμε βαμβάκι στα κλαδιά να μοιάζει με χιόνι και τραγουδούσαμε χριστουγεννιάτικες γλυκές μελωδίες. Ο πατέρας μάς συνόδευε με το βιολί, που ήξερε τόσο όμορφα να παίζει. Αλλά και η αδερφή μου κι εγώ είχαμε μάθει αρκετά καλά, εκείνη μάλιστα έκανε και μαθήματα πιάνου, που υπεραγαπούσε. Άλλοτε πάλι παίζαμε βιολί ντουέτο με τα πολύτιμα στραντιβάριους που μας είχαν δωρίσει οι γονείς μας κι όλοι άνοιγαν τα παράθυρα στη γειτονιά, λένε, ν’ ακούσουν τη γλυκιά μελωδία.
Ακόμα τις φυλάω τις μπαλίτσες εκείνες, τις διακοσμημένες στο χέρι, και τα στολίδια που κρεμούσαμε, όσα βέβαια άντεξαν στο χρόνο. Τεκμήρια της ανέμελης, παραμυθένιας νιότης μου, θησαυροί βγαλμένοι από τα απύθμενα βάθη της ζωής μου.
Τις μέρες εκείνες τις γιορτινές, μαζί με τη μαμά και τη νονά, πηγαίναμε στο κέντρο, προκειμένου να μας ψωνίσουν κάποια πράγματα που χρειαζόμασταν. Χαρά εμείς, χωρίς όρια! Η Αθήνα άλλωστε ήταν πανέμορφη, αρχόντισσα ντυμένη στα γιορτινά της κι ο κόσμος καλοντυμένος, ευγενικός, πρόσχαρος. Τα αυτοκίνητα, λίγα. Τραμ περνούσαν συχνά. Τα θυμάμαι από Βουκουρεστίου, από Φιλελλήνων, από Ιπποκράτους για Κολοκυνθού… Σε όλους τους κεντρικούς δρόμους υπήρχαν ράγες που διατηρήθηκαν και πολύ καιρό μετά τον πόλεμο.
Στην Αιόλου, τα καροτσάκια «εις παράταξιν» κι ο κόσμος στριμωχνόταν να χαζέψει ή να ψωνίσει, με αποτέλεσμα να γίνεται το αδιαχώρητο, με όλα, φυσικά, τα συνεπακόλουθά του, όπως τα πειράγματα και τα τσιμπήματα στις ωραίες κυρίες από τους μάγκες της εποχής. Θυμάμαι μια θεία μου που έλεγε: «Τσιμπάτε όσο θέλετε», γιατί μέσα από τα πουφ της φούστας της είχε – όπως συνηθιζόταν τότε – μαξιλαράκια, που, αν δεν κάνω λάθος, τα έλεγαν τουρνίρ!
Λαμπιόνια, λατέρνες, γιρλάντες, παιδάκια που έλεγαν τα κάλαντα, γαργαλιστικές μυρωδιές από τους φούρνους και τα ζαχαροπλαστεία, κόσμος με πακέτα στα χέρια, κομψές κυρίες που κρατούσαν από το χέρι παιδάκια χαμογελαστά με ροδοκόκκινα μάγουλα, σπίτια αρχοντικά – όχι απαραίτητα πλούσια – αριστουργήματα αρχιτεκτονικής, που αργότερα καταβρόχθισε ο «δράκος» της ανάπτυξης. Αυτή ήταν η όμορφη, μικρή μας πόλη! Τώρα πια δεν υπάρχει…
Η Σταδίου ήταν κατάμεστη από κόσμο. Κι εκεί, - σαν να το βλέπω μπροστά μου – στο Μετοχικό Ταμείο, γωνία Αμερικής και Σταδίου, ήταν το περίφημο κατάστημα Σίδνεϋ-Νόελ. Εκεί ακριβώς, δύο κοριτσάκια από το Φάληρο, πιασμένα από το χέρι, ανάμεσα στα πλήθη που περνοδιάβαιναν κι έσπρωχναν μια δεξιά και μια αριστερά, έχασκαν με ορθάνοιχτα στόματα, σαν αποσβολωμένα, κοιτώντας ψηλά: από τα παράθυρα του πρώτου ορόφου ή ημιώροφου, φαινόταν ένας τεράστιος κούκλος με μαύρο κοστούμι, καπέλο και μπαστούνι στο χέρι, που χτυπούσε ρυθμικά το τζάμι. Απίστευτο! Αλλόκοτο! Ανεξήγητο, στα παιδικά μυαλουδάκια μας! Και όχι μόνο στα δικά μας…
Ανέφελος έμοιαζε ο ορίζοντας κι αίθριο προδιαγραφόταν το μέλλον μέσα απ’ τα μάτια της παιδικής μου ψυχής. Ποιος να μου το ‘λεγε τότε, πόσο ευμετάβλητο μπορεί να γίνει το βαρόμετρο της ζωής! Λίγα χρόνια αργότερα, θα είχα την ευκαιρία να το διαπιστώσω…"

 Palmografos.com - 

http://pisostapalia.blogspot.gr/2016/11/30_23.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου