Δευτέρα, 8 Αυγούστου 2016

Τα παραδοσιακά κουτούκια...

 Γράφει:  Αργύρης Κωστάκης  
Θεωρώ τα κουτούκια, τα παλιά παραδοσιακά ταβερνάκια, πολιτιστικά μνημεία αυτής της χώρας, αυτής της πόλης που η Πολιτεία πρέπει να προστατεύσει μα κάθε τρόπο.
Από παιδί είχα την τύχη να «μυηθώ» σε αυτό τον μαγικό κόσμο, καθώς οι γονείς μου -όποτε είχαν τη δυνατότητα γιά ένα μεζέ κι ένα κρασάκι, είτε οι δυό τους είτε με φίλους ή άλλους συγγενείς- έπαιρναν μαζί τους κι εμένα.  
Την ώρα που έτρωγαν και συζητούσαν εγώ έπαιζα με τις γάτες της ταβέρνας ή μάζευα τα καπάκια από τις μπύρες και τα αναψυκτικά μεγαλώνοντας τη συλλογή μου ή έκανα διάφορες σκανδαλιές με άλλους μπόμπιρες που είχαν το ίδιο «προνόμιο» με εμένα.
 Έτσι, η αγάπη για τα ταβερνάκια με τη λαδόκολα ή το κλασικό καρό τραπεζομάντιλο «ρίζωσε» βαθιά στην καρδιά μου και καταγράφηκε στο «αρχείο» της μνήμης.  
Κι όταν μαθητής Λυκείου πρωτοβγήκα μόνος μου ρεφενέ με τα φιλαράκια μου στις ταβερνούλες της γειτονιάς στου Γκύζη, μου φάνηκε ότι έκανα το πιό σπουδαίο πράγμα της ζωής μου! Τι να πούμε τώρα, όταν εκείνο το Σαββατόβραδο του παραμυθιού - το θυμάμαι ακόμα φθινοπωρινό Σάββατο Οκτωβρίου ήταν καλή ώρα τέτοιες μέρες - απόφοιτος Λυκείου πιά, ολόκληρος «άντρας» 19 ετών όλο καμάρι μπήκα στην ταβέρνα κρατώντας το χέρι του κοριτσιού μου.  
Μέσα μου, όμως, ώσπου να έρθει ο λογαριασμός έτρεμε η ψυχή μου μήπως ο λογαριασμός έρθει πάνω από το χιλιάρικο που είχα στην τσέπη μου. Δεν μπορούσα, βλέπετε, όταν το κορίτσι έδινε παραγγελία να φανώ «τσιγκούνης».  
Γιά την ιστορία, μου έμειναν και γιά παγωτό αλλά και για να «πουλήσω μούρη» αφήνοντας ένα γενναίο πουρμπουάρ.  
Από τότε πέρασαν πάνω από τριάντα χρόνια και αξιώθηκα να ζήσω αξέχαστες στιγμές με τις παρέες μου, τους φίλους μου, τους συγγενείς μου, τους συναδέλφους μου, τους συναθλητές μου, τους έρωτες της ζωής μου σε εκατοντάδες πανέμορφα κουτούκια και ταβερνούλες της Αθήνας, αλλά και της άλλης Ελλάδας σε ορισμένα ταξίδια.  
Είμαι πραγματικά ευτυχισμένος που είχα αυτούς τους γονείς, οι οποίοι άθελά τους μου έδωσαν το «διαβατήριο» γιαυτό το πολύχρωμο ταξίδι στο πέρασμα των χρόνων.  
Και όποτε παρακολουθώ στην τηλεόραση τις ανεπανάληπτες κωμωδίες του μαυρόασπρου ελληνικού κινηματογράφου, με σκηνές από ταβέρνες και μπουζούκια της εποχής, ζηλεύω.  
Γιατί τότε είμαι σίγουρος: εκείνες τις δεκαετίες του '50 και του '60 οι άνθρωποι γλεντούσαν πραγματικά μέσα στη φτώχεια τους. Έβλεπες στα μάτια και των ηθοποιών και των κομπάρσων ότι δεν έπαιζαν κάποιο ρόλο. Η εικόνα ευτυχίας που έβγαινε από τα μύχια της ψυχής τους ήταν αυθόρμητη και όχι οδηγία του σκηνοθέτη ή ανάγκη του σεναρίου. 
 Θα μπορούσα να γράψω βιβλίο γιά τις ιστορίες που μου είχε διηγηθεί ο πατέρας και η μητέρα μου γιά τα όσα έζησαν και είδαν στις ταβέρνες της μεταπολεμικής Αθήνας. Στην Πλάκα, στο Μεταξουργείο, στου Γκύζη, στους Αμπελόκηπους, στο Κουκάκι, στην Καλλιθέα, στο Αιγάλεω, στο Φάληρο, στα Πστήσια. Παντού.  
Αυτή η «τρύπα» που θα αναφερθώ τώρα, δεν έχει απολύτως καμία ανάγκη από διαφήμιση. Πόσο μάλλον από είκοσι λέξεις σε ένα κείμενο ενός ανώνυμου στο διαδίκτυο. Γιατί «δεν πέφτει καρφίτσα» κάθε βράδυ.  
Γι 'αυτό και τολμώ χωρίς να κινδυνεύω να παρεξηγηθώ να γράψω γιά τις στιγμές χαράς και γαλήνης που νιώθω όποτε πηγαίνω γιά ένα μεζεδάκι και ένα καρτούτσο κρασί με τη σύντροφό μου, στο θρυλικό πλέον με μισό αιώνα ζωής «στις πλάτες» του, κουτούκι πίσω από τη θύρα 13 του γηπέδου του Παναθηναικού. Το «τριφύλλι» του «βαμμένου βάζελου» Γιώργου με τη χρυσή καρδιά και πάντα με το χαμόγελο στα χείλη.  
Το κουτούκι με τις γλάστρες με δυόσμο και βασιλικό, την παραδεισένια αυλή τα καλοκαίρια, τα κρασοβάρελα γιά το βιβλίο ρεκόρ Γκίνες και τη μυστική συνταγή γιά τα καλύτερα κεφτεδάκια, ντολμαδάκια και τηγανιτές πατάτες του πλανήτη! Εντάξει, ξέρω ότι έγραψα υπερβολή γιά το τελευταίο, αλλά η αγάπη γιά κάτι σε κάνει να υπερβάλλεις. Έτσι είναι η ζωή. Είκοσι χρόνια τρώω, όποτε έχω την οικονομική δυνατότητα και «με βγάλει και ο δρόμος» στο «τριφύλλι» που το «γνώρισα πολύ αργά στα τριάντα μου. Και να φανταστείτε ότι ήταν στη γειτονιά μου. Ότι το έβλεπα όποτε πήγαινα στο γήπεδο να δω τον Παναθηναϊκό.  
Ότι γνώριζα τον Γιώργο τον ιδιοκτήτη (και μάγειρα όποτε κάνει κέφι) από τα ερασιτεχνικά γήπεδα της Αθήνας, όταν έπαιζα ποδόσφαιρο στον »Γκυζιακό» κι αυτός σε άλλη ομάδα της περιοχής. Τι να ευχηθώ? Ξέρω κι εγώ!

Να αντέξουν στο χρόνο τα κουτούκια και τα ταβερνάκια αυτής της πόλης. Να τα μάθουν και οι πιτσιρικάδες του σήμερα. Άλλωστε, πιστεύω ακράδαντα πως όλοι έχουν ένα αγαπημένο ταβερνάκι σε μιά γωνιά. Το «δικό» τους κουτουκάκι. Και είναι η αόρατη κλωστούλα που δένει εμάς τους γηραιότερους με το αθώο χθες που έφυγε ανεπιστρεπτί ...


http://www.aixmi.gr

 Πίσω στα παλιά

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου